τύπτω
τύπτω, τύπτω, strike, beat
- beat, strike, smite, τύπτουσιν ῥοπάλοισι (sc. τὸν ὄνον) Il. 11.561; ἀμφὶ δέ μιν σφυρὰ τύπτε καὶ αὐχένα δέρμα 6.117; ἴχνια τύπτε πόδεσσι πάρος κόνιν ἀμφιχυθῆναι 23.764; χθόνα τύπτε μετώπῳ Od. 22.86; ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς 4.580, 9.104, al.; but in Hom. mostly with weapons of war, [ξίφει], δουρί, ἄορι, Il. 4.531, 13.529, 20.378; ἐγχείῃσιν 13.782 (Pass.); φασγάνῳ Od. 22.98; σκήπτρῳ τυπεὶς ἐκ τῆσδε χειρός S. OT 811; μάστιγι Lex ap. Aeschin. 1.139 (Pass.): c. acc. cogn., τ. τινὰ σχεδίην (sc. πληγήν) Il. 5.830; πληγὰς τ. τινά Antipho 4.3.1, v. infr. III.2: the part struck is sts. in acc., γαστέρα γάρ μιν τύψε παρʼ ὀμφαλόν Il. 21.180, cf. Pi. N. 9.26, E. Andr. 1150, etc.: with a Prep., Φόρκυνα . . κατὰ γαστέρα τύψε Il. 17.313; ἐγκύμονά τις ἔτυψε κατὰ γαστρός [Lys.] l.c.; τ. τινὰ εἰς τὸν ὦμον X. Cyr. 5.4.5; ἐπὶ κόρρης Pl. Grg. 527a; ἐπὶ τὴν σιαγόνα Ev.Luc. 6.29; τ. χαλκώματα beat pots and pans (to make a noise), Sor. 2.29: abs., strike, τύπτε δʼ ἐπιστροφάδην Il. 21.20, cf. Od. 22.308, Ar. Ra. 610; τ. καὶ πνίγων Antipho 4.1.6; Ζέφυρος λαίλαπι τύπτων beating with fury, Il. 11.306, cf. Pi. P. 6.14 (s. v.l.).
- 2 even of missiles, ἐκ χειρὸς τοῖς λίθοις τύπτοντες Plb. 3.53.4; whereas Hom. opposes τύπτειν to βάλλειν, δουρὶ τυπεὶς ἢ βλήμενος ἰῷ Il. 11.191 = 206, cf. 15.495, al.
- 3 later, sting, ὄφις μʼ ἔτυψε μικρός Anacreont. 33.10; ὑπὸ σφηκῶν τύπτεσθαι X. HG 4.2.12, cf. Gp. l.c.; πόδα κάκτος τ. Theoc. 10.4; οἱ βασιλεῖς [μελιττῶν] . . οὐ τύπτουσιν Arist. HA 553b6.
- 4 metaph., τὸν δʼ ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα τύψε βαθεῖαν sharp grief smote him to the heart, Il. 19.125; Καμβύσεα ἔτυψε ἡ ἀληθείη Hdt. 3.64; ἔτυπεν ὀδύνα με πλευμόνων ἔσω E. Ion 766 (lyr.); ξυμφορᾷ τετυμμένος A. Eu. 509 (lyr.); ἀνίαισι τυπείς Pi. N. 1.53; τύπτειν τὴν συνείδησίν τινος ἀσθενοῦσαν wound his conscience, 1 Ep.Cor. 8.12; of divine punishment, ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ τύπτων LXX Ez. 7.6(9); τύπτειν σε μέλλει ὁ θεός Act.Ap. 23.3.
- 5 strike a coin, ἐξ ἀργύρου τυπτόμενον νόμισμα Hero *Mens. 60.
- II Med. τύπτομαι, beat, strike oneself, esp., like κόπτομαι, beat oneʼs breast for grief, Hdt. 2.61: c. acc. pers., mourn for a person, ib. 42, 132.
- III Pass., to be beaten, struck, or wounded, δουρὶ τυπείς Il. 11.191; ὑπὸ δουρί ib. 433; δορὸς ὕπο Ar. Ach. 1194 (lyr.); κράτων τυπτομένων Od. 22.309.
- 2 c. acc. cogn., receive blows or wounds, ἕλκεα . . ὅσσʼ ἐτύπη Il. 24.421; τύπτομαι πολλάς (sc. πληγάς) I get many blows, Ar. Nu. 972 (anap.), cf. Pax 644 (troch.), Ra. 636, Lex ap. Aeschin. 1.139: c. dat., καιρίῃ (sc. πληγῇ) τετύφθαι Hdt. 3.64; v. supr. I.1.
1. act. slaan, stoten, treffen, met acc.; overdr. pijn doen:
2. med. zich slaan (als teken van rouw).
Med. sich schlagen, bes. sich die Brust schlagen, als Zeichen der Trauer, Her. oft ; τύπτεσθαί τινα, Einen betrauern, 2.42, 61, 132 ; Plut. Alex. 3 διέθεον τὰ πρόσωπα τυπτόμενοι καὶ βοῶντες.
Pass. geschlagen, verwundet werden, δουρὶ νῶτα τυπέντα Pind. N. 9.26 ; πλευρὰ φασγάνῳ τυπείς Eur. Andr. 1151 ; auch die Verwundung, der Schlag im accus. dabei, Schläge, Wunden empfangen, ἕλκεα, ὅσσʼ ἐτύπη Il. 24.421 ; τύπτομαι πολλάς, sc. πληγάς, ich bekomme viele Schläge, Ar. Nub. 959 ; τύπτεσθαι τῇ δημοσίᾳ μάστιγι πεντήκοντα πληγάς Aesch. 1.139.
3 sing. aor. τύψε Il. 4.531, Il. 13.529, 542, Il. 17.313, Il. 19.125, Il. 20.446, Il. 21.117, 180.
3 sing. subj. τύψῃ Il. 20.378.
Imp. τύψον Il. 5.830.
Pple. τύψας Il. 20.462, Il. 22.68 : Od. 22.98.
3 sing. aor. pass. ἐτύπη Il. 24.421, 2 sing. opt. τυπείης Il. 13.288.
Pple. τυπείς Il. 11.191, 206, 433, Il. 12.250, Il. 13.573, Il. 15.495, Il. 16.861, Il. 18.92.
Nom. dual masc. pf. pple. τετυμμένω Il. 13.782.
(προ-)
- 1
To strike or beat (with a cudgel) Il. 11.561.
- 2
To strike or wound (app. implying that the weapon is held in the hand; but τυπείς in Il. 13.573 below resumes βάλεν in 567) : δουρὶ τυπείς Il. 11.191, φόρκυνα μέσην κατὰ γαστέρα τύψεν Il. 17.313. Cf. Il. 5.830, Il. 13.288, 573, Il. 15.495, Il. 20.378, Il. 21.20, etc. : Od. 22.98, 308, 309 = Od. 24.185, Od. 24.527.
With the part of the body struck as object : γαστέρα μέσην Il. 4.531. Cf. Il. 13.529.
With double acc. of the person and of the part of the body struck : γαστέρα μιν τύψεν Il. 21.180. Cf. Il. 13.542.
In a pass. construction representing a construction with cognate acc. : ἕλκεα ὅσσʼ ἐτύπη Il. 24.421.
- 3
In gen., to strike or beat : ἴχνια τύπτε πόδεσσιν Il. 23.764. Cf. Od. 22.86.
To beat (the sea with oars) (cf. ἐλαύνω 8) : ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς Od. 4.580 = Od. 9.104 = 180 = 472 = 564= Od. 12.147, Od. 12.180. Cf. Od. 12.215.
- 4
Of the striking or beating of inanimate objects : ζέφυρος λαίλαπι τύπτων Il. 11.306.
With double acc. as under (2) : ἀμφί μιν σφυρὰ τύπτε δέρμα Il. 6.117.
- 5
Of grief smiting a person : τὸν ἄχος τύψεν Il. 19.125.
- 1
- 1strike δουρὶ Περικλυμένου πρὶν νῶτα τυπέντα μαχατὰν θυμὸν αἰσχυνθῆμεν N. 9.26 ὃς καὶ τυπεὶς ἁγνῷ πελέκει τέκετο ξανθὰν Ἀθάναν fr. 34. ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάταισι τυπεὶς οἴχεται Καινεὺς Θρ. 6. 7. τὸν (sc. θησαυρὸν ὕμνων) οὔτε χειμέριος ὄμβρος οὔτʼ ἄνεμος ἐς μυχοὺς ἁλὸς ἄξοισι παμφόρῳ χεράδει τυπτόμενον (Dawes: -όμενος, -όμενοι codd.) P. 6.14 met., ἵκετʼ ὀξείαις ἀνίαισι τυπείς N. 1.53
Strong 5180
to strike, smite, beat: c. acc, Mt 24:49, Mk 15:19, Lk 12:45, Ac 18:17 21:32 23:2, 3; of mourners, τὰ στήθη, Lk 18:13 23:48; ἐπὶ τ. σιαγόνα, Lk 6:29; εἰς τ. κεφαλήν, Mt 27:30. Metaph., of God inflicting evil: Ac 23:3 (cf. Ex 8:2, Ez 7:9, al.); of disquieting conscience, I Co 8:12.†
pues un halcón marino bajando te golpea con sus alas
- Ito beat, strike, smite, Il., etc.; ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς Od.; ἴχνια τύπτειν to tread in his very track, Il.:—absol., Ζέφυρος λαίλαπι τύπτων the west wind beating, lashing with fury, Il.
- 2metaph., ἄχος κατὰ φρένα τύψε sharp grief smote him to the heart, Il.; ἡ ἀληθηίη ἔτυψε Καμβύσεα Hdt., etc.
- IIMid., like κόπτομαι, Lat. plangor, to beat oneʼs breast for grief, Hdt.; c. acc. pers. to mourn for a person, Hdt.
- IIIPass. to be beaten, struck or wounded, Hom., etc.; to be stung, Xen.
- 2c. acc. cogn. to receive blows or wounds, ἕλκεα, ὅσσʼ ἐτύπη Il.; τύπτομαι πολλάς (sc. πληγάς) I get many blows, Ar.; so c. dat., καιρίηι (sc. πληγῆι) τετύφθαι Hdt.
-
…ὦ βουλή, καὶ τοῦ μειρακίου βάλλοντος αὐτοὺς καὶ περὶ τοῦ σώματος ἀμυνομένου καὶ τούτων ἡμᾶς βαλλόντων, ἔτι δὲ τυπτόντων αὐτὸν ὑπὸ τῆς μέθης καὶ ἐμοῦ ἀμυνομένου, καὶ τῶν παραγενομένων ὡς ἀδικουμένοις ἡμῖν ἁπάντων ἐπικουρούντων, ἐν τούτῳ τῷ…
Lysias, Speeches
-
…εἰ τἀναντία τῶν νῦν γεγενημένων ἦν, εἰ πολλοὺς ἔχων τῶν ἐπιτηδείων ἐγώ, ἀπαντήσας Σίμωνι, ἐμαχόμην αὐτῷ καὶ ἔτυπτον αὐτὸν καὶ ἐδίωκον καὶ καταλαβὼν ἄγειν βίᾳ ἐζήτουν, ὅπου νῦν τούτου ταῦτα πεποιηκότος ἐγὼ εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα καθέστηκα ,…
Lysias, Speeches
-
…. οὗτοι δέ, διότι μὲν τοιαῦτα παρενόμουν εἰς ἐκεῖνον, οὐκ ἠθέλησαν εἰπεῖν ἐρωτηθέντες, ἀφέμενοι δὲ τοῦ νεανίσκου ἔτυπτον ἐμέ. μάχης δὲ γενομένης, ὦ βουλή, καὶ τοῦ μειρακίου βάλλοντος αὐτοὺς καὶ περὶ τοῦ σώματος ἀμυνομένου καὶ…
Lysias, Speeches
-
…, καὶ ἢ πείθειν ἢ ποιεῖν ἃ ἂν κελεύῃ, καὶ πάσχειν ἐάν τι προστάττῃ παθεῖν ἡσυχίαν ἄγοντα, ἐάντε τύπτεσθαι ἐάντε δεῖσθαι, ἐάντε εἰς πόλεμον ἄγῃ τρωθησόμενον ἢ ἀποθανούμενον, ποιητέον ταῦτα, καὶ τὸ δίκαιον οὕτως ἔχει ,…
Plato, Crito
-
…ὡς πλείστους κατὰ τοὺς νόμους διαπράττεσθαι περὶ αὐτῶν. οὗτος δὲ τοιοῦτον οὐδὲν πώποτε φαίνεται ποιήσας, ὑβρίζων δὲ καὶ τύπτων ἅμʼ ἀμφοτέρους ἡμᾶς καὶ κωμάζων καὶ τὰς θύρας ἐκβάλλων καὶ νύκτωρ εἰσιὼν ἐπὶ γυναῖκας ἐλευθέρας. ἃ χρὴ μάλιστα ,…
Lysias, Speeches
-
…δʼ ἐγὼ τούτων μὲν οὐχ ἡπτόμην, τοῦ μειρακίου δʼ ἐπελαμβανόμην · οὗτοι δὲ ἐκεῖνόν τε ἦγον βίᾳ καὶ ἐμὲ ἔτυπτον. καὶ ταῦθʼ ὑμῖν ὑπὸ τῶν παραγενομένων μεμαρτύρηται. ὥστε δεινὸν εἰ περὶ τούτων ἐγὼ δόξω προνοηθῆναι, περὶ ὧν…
Lysias, Speeches
-
…, καὶ οὔτε τῆς ἀδελφῆς οὔτε τῶν ἀδελφιδῶν φροντίσας ζητεῖν με ἐτόλμα, καὶ ἐξευρὼν οὗ δειπνῶν ἐτύγχανον, ἐκκαλέσας ἔτυπτέ με ; καὶ τότε μὲν ἄρα, ἵνα μὴ περιβόητος εἴην, ἡσυχίαν ἦγον, συμφορὰν ἐμαυτοῦ νομίζων τὴν τούτου…
Lysias, Speeches
-
…πρὸς δεσπότην, εἴ σοι ὢν ἐτύγχανεν, ὥστε ἅπερ πάσχοις ταῦτα καὶ ἀντιποιεῖν, οὔτε κακῶς ἀκούοντα ἀντιλέγειν οὔτε τυπτόμενον ἀντιτύπτειν οὔτε ἄλλα τοιαῦτα πολλά · πρὸς δὲ τὴν πατρίδα ἄρα καὶ τοὺς νόμους ἐξέσται σοι, ὥστε, ἐάν…
Plato, Crito
-
…, ἐπειδὴ ὕστερον ἦλθε τῆς πρὸς τοὺς πολεμίους μάχης καὶ τῆς εἰς Κορώνειαν στρατείας, ἐμάχετο τῷ ταξιάρχῳ Λάχητι καὶ ἔτυπτεν αὐτόν, καὶ πανστρατιᾷ τῶν πολιτῶν ἐξελθόντων, δόξας ἀκοσμότατος εἶναι καὶ πονηρότατος, μόνος Ἀθηναίων ὑπὸ τῶν στρατηγῶν ἐξεκηρύχθη…
Lysias, Speeches
-
…, εἰ μή τις εἰδείη τὴν τούτου μανίαν. ἐκκαλέσας γάρ με ἔνδοθεν, ἐπειδὴ τάχιστα ἐξῆλθον, εὐθύς με τύπτειν ἐπεχείρησεν · ἐπειδὴ δὲ αὐτὸν ἠμυνάμην, ἐκστὰς ἔβαλλέ με λίθοις. καὶ ἐμοῦ μὲν ἁμαρτάνει, Ἀριστοκρίτου δέ ,…
Lysias, Speeches