χαλκεντής
χαλκεντής, brass-armed
χαλκ-εντής, ές,
- brass-armed, πόλεμος Pi. N. 1.16; στρατιά ib. 11.35.
χαλκ·εντής, ής, ές, à l’armure d’airain, Pd. N. 1, 23, etc.
Étym. χ. ἔντεα.
χαλκεντής, ές, mit ehernen Waffen, eherner Rüstung, πόλεμος, στρατιά, Pind. N. 1.16, 11.35.
χαλκεντής
- 1bronze-armed Αἰολέων στρατιὰν χαλκεντέα δεῦρʼ ἀνάγων (Er. Schmid: χαλκέων τε, χαλκεντέων codd.) N. 11.35, met. πολέμου χαλκεντέος N. 1.16
χαλκεντής
χαλκ-εντής, ές
ἔντεα
- brass-armed, Pind.