χόριος
χόριος, ὁ,
- = χορεῖος II, AP 14.15.
- II in Tactics, a form of ἐξελιγμός, Ael. Tact. 27.1, 28.3, Arr. Tact. 23.1, 24.3.
χόριος, ὁ, = χορεῖος 2, Sp.