ἀνάρρυμα Save ἀνάρρυμα, victim LSJ DGE ἀνά-ρρῠμα, ατος, τό, victim, Sch. Pl. Ti. 21b:—also ἀνάρυμα, AB 417. ἀνάρρυμα -ματος, τό • Alolema: tb. ἀνάρυμα AB 417 víctima Sch.Pl.Ti.21b.