ἀπάρνησις
ἀπάρνησις, denial, renunciation
ἀπάρν-ησις, εως, ἡ,
- denial, renunciation, Ph. 2.438.
negativa, repudio
ἀπαρνήσεις χρηματίζειν
αἰσχύνη τῆς ἀπαρνήσεως
ἀπάρνησις, εως (ἡ) action de renier ou de renoncer, Phil. 2, 438.
Étym. ἀπαρνέομαι.
ἀπάρνησις, ἡ, die Verweigerung, Phil.