ἀποχέτευμα Save ἀποχέτευμα, branch LSJ DGE ἀποχέτ-ευμα, ατος, τό, branch, τῆς θαλάσσης Eust.ad D.P. 38. ἀποχέτευμα -ματος, τό canal, brazo τῆς θαλάσσης Eust.in D.P.38.