ἀποχαλάω
ἀποχαλάω, to slack away
ἀποχᾰλάω,
- slack away, ἀποχάλα τὴν φροντίδʼ ἐς τὸν ἀέρα λινόδετον ὥσπερ μηλολόνθην τοῦ ποδός Ar. Nu. 762; ἑαυτὸν ἀ. Plu. QConv. 2.655b (s.v.l.).
soltar, dejar libre, relajar
τὴν φροντίδα
ἐαυτὸν ... ἀποχαλάσας
(τὸ νεῦρον) ἀποχαλᾶσθαι καὶ συστρέφεσθαι
ἀπο·χαλάω-ῶ [χᾰ] relâcher, Ar. Nub. 762 ; Plut. M. 655b.
ἀποχαλάω, (χαλάω), nachlassen, τὴν φροντίδα Ar. Nub. 752 ; Plut.
ἀποχαλάω
- to slack away a rope: metaph., ἀποχάλα τὴν φροντίδα Ar.