ἀπόκλεισμα
ἀπόκλεισμα, guard-house
ἀπό-κλεισμα, ατος, τό,
- guard-house, LXX Je. 36(29).26.
cepo
δώσεις αὐτὸν εἰς τὸ ἀπόκλεισμα
ἀπόκλεισμα, ατος (τὸ) prison, Spt. Jer. 29, 26.
Étym. ἀποκλείω.
ἀπόκλεισμα, τό, der Verschluß, Verhaft, LXX.