ἡμερωρέω Save LSJ Pape ἡμερ-ωρέω,= ἡμεροφυλακέω, Hsch., Phot.:—Subst. ἡμερ-ωρία, ἡ (-ῷα cod.), Id. ἡμερωρέω, = ἡμεροφυλακέω, VLL.