ἡμερούσιος
ἡμερούσιος, daily
ἡμερούσιος, α, ον,
- daily, Gloss. Adv. -σίως PSI 4.287.12 (iv A.D.), etc.
ἡμερούσιος, täglich, K.S.
ἡμερούσιος, daily