ὁραματισμός
ὁραματισμός, vision
ὁρᾱμ-ᾰτισμός, ὁ,
- vision, νυκτός Aq. Jb. 4.13 (pl.).
ὁραματισμός, οῦ (ὁ) [ᾱμᾰ] vision, Aqu. Job 4, 13 ; Prov. 29, 18, etc.
Étym. ὁραματίζομαι.
ὁραματισμός, [ρᾱ], ὁ, das Gesicht, die Erscheinung, Sp.