ὀπωροκάπηλος
ὀπωροκάπηλος, fruiterer
ὀπωρο-κάπηλος [ᾰ], ὁ or ἡ,
- fruiterer, Alciphr. 3.60.
ὀπωρο·κάπηλος, ου (ὁ) marchand de fruits, Alciphr. 3, 60.
Étym. ὀπώρα, κ.
ὀπωροκάπηλος, Obsthändler, Alciphr. 3.60.