About
Menu

Ὤγενος

Ὤγενος, ὁ,
  • = Ὠκεανός, Lyc. 231, St.Byz., etc.; Ὠγηνός Pherecyd. Syr. Fr. 2.D.; Ὠγήν, ῆνος, Hsch.:—hence Ὠγενίδαι = Ὠκεανίδαι, Id.; and ὠγένιος, α, ον, = ἀρχαῖος, ὠ. Στυγὸς ὕδωρ Parth. Fr. 7. cf. ὠγένιον· παλαιόν, Hsch.

Saved

Recent