Χαλκιδιακός Save LSJ Bailly 2024 χαλκῐδ-ιακός, ή, όν, = Χαλκιδικός (quod fort. leg.), Lesb.Gramm. 4. Χαλκιδιακός, ή, όν [κῐ] c. Χαλκιδικός, Lesbon. gr. 4.