γαύρηξ
γαύρηξ, a braggart
γαύρηξ, ηκος, ὁ, (γαῦρος)
- a braggart, Alc. 37 B, cf. Hsch. s.v.
fanfarrón, jactancioso
γαύρηξ, ηκος (ὁ) vantard, fanfaron, Alc. (DL. 1, 81).
Étym. γαῦρος.
γαύρηξ, ηκος, ὁ, ion. = γαύραξ.