γεγώς Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape γεγώς, ῶσα, ώς, v. γίγνομαι. γεγώς v. γίγνομαι. γεγώς, ῶσα, v. γίγνομαι. γεγώς -ῶσα -ώς ptc. perf. act. van γίγνομαι. γεγώς, ῶσα, ώς, att. = γεγονώς, s. γίγνομαι.