γεηπονία Save Bailly 2024 Pape γεηπονία, ας (ἡ) c. γεωπονία, Ps.-Phocyl. 161 ; Clém. Pæd. 2, p. 189 ; Chrys. 1, 774b. Étym. γεηπόνος. γεηπονία, Sp., für γεωπονία.