Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κρούστης
κρούστης, petulcus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κρουνίτης
κρουνῖτις
Κρουνοί
κρουνός
κρουνοχυτρολήραιον
κρουνοχυτρολήραιος
κρούνωμα
κρούπαλα
κρουπαλίας
κρούπανα
κρούπεζα
κρούπεζαι
κρουπέζιον
κρουπεζόομαι
κρουπεζοφόρος
κρούπετα
κρουσιδημέω
κρουσίης
κρουσίθυρος
κρουσιλύρης
κρουσιμετρέω
κρουσιμέτρης
κρουσίμετρος
κροῦσις
Κρουσίς
Κρουσὶς γῆ
κροῦσμα
κρουσματικός
κρουσμός
κρουστέον
κρούστης
κρουστικός
κρουστός
Κρουστουμέριον
κρουτεῖται
κρούω
κρυαίνω
Κρυασσεύς
Κρυασσός
κρυβάζω
κρύβακτος
κρύβδα
κρύβδαν
κρύβδηλος
κρύβδην
κρύβες
κρυβῆ
κρυβή
κρύβηλος
κρυβηλός
κρυβήσια
κρυβήτης
κρύβω
κρυερός
κρύμα
κρυμαίνω
κρυμαλέος
κρυμνός
κρυμοπαγής
κρυμός
κρυμοχαρής
…
κρούστης
Save
κρούστης, petulcus
LSJ
κρούσ-της, ου, ὁ,
= Lat.
petulcus,
Dosith. p.397 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}