κροῦσμα
κροῦσμα, κρουσματικός, v. κρουμ-.
κροῦσμα, ατος (τὸ) c. κροῦμα, Diosc. 3, 8 ; Anth. 6, 27 ; Anon. de vir. herb. 121.
κροῦσμα, τό, = κροῦμα ; Ath. IV.183e ; κιθάρης κρούσματα Δηλιάδος Agath. 25 (V.292).
κροῦσμα, ατος, τό,
= κροῦμα, Anth.