μετάβλημα Save LSJ Bailly 2024 Pape μετά-βλημα, ατος, τό, poet. for μεταβολή, Man. 4.522. μετάβλημα, ατος (τὸ) changement, Man. 4, 522. Étym. μεταβάλλω. μετάβλημα, τό, = μεταβολή, Man. 4.522.