μεταβλητέον
μεταβλητέον, one must transfer
μετα-βλητέον,
- one must transfer, τινὰς εἰς ἡδονάς Pl. R. 413d.
- II intr., one must change, Hp. Acut. 48; ἐπὶ θάτερα Pl. Tht. 167a.
μεταβλητέον, vb. de μεταβάλλω, Hpc. 392, 11 ; Plat. Theæt. 167a, Rsp. 413b.