μονότεκνος
μονότεκνος, with but one child
μονό-τεκνος, ον,
- with but one child, E. HF 1021 (lyr.), Paul.Al. O. 2.
μονό·τεκνος, ος, ον, qui n’a qu’un enfant, Eur. H.f. 1021.
Étym. μ. τέκνον.
μονότεκνος, mit einem Kinde, Πρόκνη, Eur. Herc.Fur. 1021.
μονότεκνος
μονό-τεκνος, ον
τέκνον
- with but one child, Eur.