About
Menu

μονόστεγος

μονόστεγος, of one story

μονό-στεγος, ον, (στέγη)
  • of one story, στοά D.H. 3.68; ὕψος Str. 17.1.37; οἰκίδιον BGU 889.8 (ii A.D.).

Saved

Recent