Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποίστασις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποινηλάτις
ποινήλατος
ποίνημα
ποινήτειρα
ποινητήρ
ποινήτης
ποινῆτις
ποινήτωρ
ποινίζομαι
ποίνιμος
ποινίον
ποινίς
Ποινοί
ποινοποιός
ποινοστροβέομαι
ποινουργός
ποιολογέω
ποιολογία
ποιολόγος
ποιονόμος
ποιόνομος
ποῖος
ποιός
ποιότης
ποιοτρόφος
ποιούντων
ποιοφάγος
ποιόω
ποιπνυός
ποιπνύω
ποίστασις
ποιτάσσω
ποιτίθημι
Ποιτρόπιος
ποιφύγδην
ποίφυγμα
ποίφυξις
ποιφύσσω
ποιώδης
ποίως
ποίωσις
ποιωτίζομαι
ποιωτικός
ποιωτός
ποκ
πόκα
ποκά
ποκα
ποκάζω
ποκάριον
ποκάς
πόκες
πόκη
ποκίζομαι
ποκίζω
Πόκιος
ποκισμός
ποκιστί
ποκκί
ποκοειδής
ποκόομαι
…
ποίστασις
Save
LSJ
ποίστᾰσις, ιος, ἁ, (
ποι-
= πρόσστασις) prob. in
IG
42(1).102.41 (Epid., iv B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}