Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποινήτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποιμήν
ποίμνα
ποιμναγός
ποιμναῖος
ποίμνη
ποίμνηθεν
ποιμνήϊος
ποιμνήτης
ποιμνικός
ποίμνιον
ποίμνιος
ποιμνιοτρόφος
ποιμνίτης
ποιμνοτρόφος
ποινά
ποινάζω
ποιναῖος
ποινάομαι
ποινάτωρ
ποινάω
ποινή
ποινηλασία
ποινηλατέομαι
ποινηλατέω
ποινηλάτης
ποινηλάτις
ποινήλατος
ποίνημα
ποινήτειρα
ποινητήρ
ποινήτης
ποινῆτις
ποινήτωρ
ποινίζομαι
ποίνιμος
ποινίον
ποινίς
Ποινοί
ποινοποιός
ποινοστροβέομαι
ποινουργός
ποιολογέω
ποιολογία
ποιολόγος
ποιονόμος
ποιόνομος
ποῖος
ποιός
ποιότης
ποιοτρόφος
ποιούντων
ποιοφάγος
ποιόω
ποιπνυός
ποιπνύω
ποίστασις
ποιτάσσω
ποιτίθημι
Ποιτρόπιος
ποιφύγδην
ποίφυγμα
…
ποινήτης
Save
Pape
ποινήτης
, ὁ, fem. ποινῆτις, = ποίνιμος ; Ἐρινύς Antip.Sid. 78 (VII.745).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}