About
Menu

ποινίς

ποιν-ίς, ίδος, ἡ,
  • perh. = ποτνιάς (cf. E. Ba. 664), ποινίδες Βάκχαι Theognost. Can. 23; cf. -ποινα in δέσποινα, if from -ποτνyα.

Saved

Recent