πολυκλήεις
πολυκλήεις, far-famed
πολῠ-κλήεις, εσσα, εν,
- celebrated, APl. 16.331 (Agath.).
πολυ·κλήεις, ήεσσα, ῆεν, c. πολύκλειτος, A. Pl. 331.
Étym. π. κλέος.
πολυκλήεις, = πολυκλήϊστος, τύπος, Agath. 36 (Plan. 331).
πολυκλήεις
πολυ-κλήεις, εσσα, εν
κλέος
- far-famed, Anth.