Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στομάτιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στολίον
στολίς
στόλισις
στόλισμα
στολισμός
στολιστεία
στολιστήριον
στολιστής
στολμός
στολοδρομέω
στολοκρατές
στόλοκρος
στόλος
στολυξώδης
Στόλων
στόμα
στομαδιαστολεύς
στομακάκη
στομαλγέω
στομαλγής
στομαλγία
στόμαλγος
στομαλίζομαι
στομαλίμνη
στομάλιμνον
στομαργέω
στομαργία
στόμαργος
στοματεύω
στοματικός
στομάτιον
στοματοδιαστολεύς
στοματουργός
στομαυλέω
στομαχέω
στομαχικεύομαι
στομαχικός
στομαχικῶς
στομάχιον
στόμαχος
στομβάζω
στόμβος
στομήρης
στομίας
στομίζομαι
στόμιον
στόμις
στομίς
στομοδόκος
στομοκάκη
στομοκοπέω
στομοποιέω
στόμος
στομόω
στομύλλω
στομύλος
στομφάζω
στόμφαξ
στομφασμός
στομφαστικός
στομφολογέω
…
στομάτιον
Save
LSJ
στομ-άτιον [
ᾰ
], τό, Dim. of
στόμα,
Sor.
1.108,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}