Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στομάχιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στολμός
στολοδρομέω
στολοκρατές
στόλοκρος
στόλος
στολυξώδης
Στόλων
στόμα
στομαδιαστολεύς
στομακάκη
στομαλγέω
στομαλγής
στομαλγία
στόμαλγος
στομαλίζομαι
στομαλίμνη
στομάλιμνον
στομαργέω
στομαργία
στόμαργος
στοματεύω
στοματικός
στομάτιον
στοματοδιαστολεύς
στοματουργός
στομαυλέω
στομαχέω
στομαχικεύομαι
στομαχικός
στομαχικῶς
στομάχιον
στόμαχος
στομβάζω
στόμβος
στομήρης
στομίας
στομίζομαι
στόμιον
στόμις
στομίς
στομοδόκος
στομοκάκη
στομοκοπέω
στομοποιέω
στόμος
στομόω
στομύλλω
στομύλος
στομφάζω
στόμφαξ
στομφασμός
στομφαστικός
στομφολογέω
στόμφος
στομφός
στομφόω
στομφώδης
στομώδης
στόμωμα
στομωμάτιον
στόμωσις
…
στομάχιον
Save
LSJ
στομᾰχ-ιον, τό, dub. sens., title of a work by Archimedes.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}