About Report a problem

Menu

στρέπταιγλος

στρέπταιγλος, whirling-bright

στρέπτ-αιγλος, α, ον, (στρέφω, αἴγλη)
  • whirling-bright, Νεφελᾶν στρεπταίγλαν (or -ᾶν) . . ὁρμάν Ar. Nu. 335, cf. Philox. 18.

Saved

Recent