στρεβλωτήριος
στρεβλωτήριος, racking, torturing
στρεβλ-ωτήριος, α, ον,
- racking, torturing, Hsch. s.v. λυγῶδες: στρεβλωτήριον, τό, rack, LXX 4 Ma. 8.13.
στρεβλωτήριος, folternd, marternd, Sp.