σύγκασις
σύγκασις, an own sister
σύγκᾰσις, εως, ἡ,
- = foreg. [συγκασιγνήτη], κούρα E. Alc. 410 (lyr.).
σύγ·κασις, ιος (ἡ) [ᾰ] c. le préc. Eur. Alc. 410.
Étym. σ. κάσις.
σύγκασις, ιος, ὁ u. ἡ, Mitbruder, Mitschwester, σύγκασι κόρα, Eur. Alc. 412.
σύγκασις
- an own brother or sister, Eur.