τριβολοειδῶς
τριβολοειδῶς, like a τρίβολος III
τρῐβολοειδῶς, Adv.
- like a τρίβολος III, τ. ἐσχηματισμένη, i. e. triangular in cross-section, of the collar-bone, Ruf. Oss. 12.