τρίβω
τρίβω, to rub, grind, wear out
- rub, τριβέμεναι κρῖ, i. e. thresh, thresh it out, because this was done by trampling under the feet of oxen, Il. 20.496; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ work round the stake in his eye, Od. 9.333; χρυσὸν -όμενον βασάνῳ rubbed on a touchstone, so as to test its purity, Thgn. 450; τ. τὸ σκέλος rub the leg, Pl. Phd. 60b; τὰς τῆς ψώρας ἰάσεις τῷ τρίβειν Id. Phlb. 46a; τὸν ὀφθαλμόν Arist. Pr. 957a38; ἀμφορέως τὸν πύνδακα ib. 938a14; τ. τὴν κεφαλήν, in sign of perplexity, Aeschin. 2.49; ταῖς χερσὶ [τὰς τρίχας] τ. X. Eq. 5.5; τὸν πόδα μύροις τ. Eub. 108 (hex.); of a masseur, Gal. 6.151, 187; in blood-letting, Id. 15.784:—Med., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε . . τρίβεσθαι μύσος rub oneʼs pollution upon the shrines, pollute them with it, A. Eu. 195:—Pass., τετριμμένοι τὰ ἐπʼ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων Hdt. 2.93; ὕλη τριφθεῖσα ὑπʼ ἀνέμων πρὸς αὑτήν, so as to catch fire, Th. 2.77; ὀδόντες τριβόμενοι πρὸς ἀλλήλους Arist. PA 661b22.
- 2 bruise, pound, knead, κεδρίδας, [κώνειον], Ar. Th. 486, Pl. Phd. 117b; ἑλλεβόρου ἅμαξαν Id. Euthd. 299b; ποίαν IG 42(1).122.121 (Epid., iv B. C.); καταπλαυτόν, [μάζας], Ar. Pl. 717, Pax 8, 16; κάρυα καὶ ἀμύγδαλα εἰς θυείαν τ. Chrysipp.Tyan. ap. Ath. 14.648a, cf. Sor. 1.62, τὸ μέλαν grind, D. 18.258:—Pass., θυμιήματα τετριμμένα Hdt. 2.86; ἄρτοι σφόδρα τετριμμένοι Arist. Pr. 929a17, cf. b8; μηδὲν τετριμμένον, ἀλλὰ τεθλασμένων ὁ χυλός Diocl. Fr. 138.
- 3 crush, βότρυν Arist. Fr. 571.
- II wear out clothes (cf. τρίβων (A)), τῶν ὑποδημάτων τὰ τριβόμενα Plu. QConv. 2.680a; τελαμῶνες μὴ λίαν τετριμμένοι Sor. 1.83; of a road, wear or tread it smooth, ἀτραπὸς τετριμμένη ἡ διὰ θυείας, with a play on pounding in a mortar, Ar. Ra. 123; τὴν τετρ. ὥσπερ ὁδὸν ἐπὶ τὸν μακάριον βίον Phld. Rh. 1.260 S.; τρίβει οὐρανόν goes his way through heaven (cf. τρίβος), Arat. 231; τ. κύματα, of a ship, AP 9.34 (Antiphil.); πόδας τρίβειν Theoc. 7.123.
- 2 of Time, wear away, spend, δυστυχῆ τ. βίον S. El. 602; νησιώτην τ. βίον E. Heracl. 84; γεωργὸν βίον τ. Ar. Pax 589 (lyr.); ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον Id. Pl. 526 (anap.); τ. πόλεμον prolong a war, Plb. 2.63.4: abs., waste time, tarry, A. Ag. 1056, D. 23.173 vulg. (διατρ. cod. S):—Pass., ἐν τούτοις τρίβεται χρόνος ἐνίοτε μακρός Gal. 16.578; ἀμφισβήτησις . . τρειβομένη πολλῶν ἐτῶν prolonged, OGI 502.3 (Aezani, ii A. D.).
- 3 waste or ravage a country, E. Hec. 1142.
- III of persons, wear out, σκολιῇσι δίκῃσι ἀλλήλους τρίβουσι Hes. Op. 251; τρίβεσθαι κακοῖσι to be worn out by ills, Il. 23.735; ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις A. Ag. 1573 (anap.); τ. ἀμφοτέρους wear them both out, Th. 8.56, cf. 7.48, Plu. Caes. 40:—Med., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν wear itself out by internal struggles, Th. 6.18, cf. 7.42:—Pass., τριβόμενος λεώς oppressed, Hdt. 2.124; πολέμιοι τριφθησόμενοι ἐν σφίσιν App. l.c.; τρίβεσθαι μάτην τερὶ (ἐπὶ codd.) τὴν δίωξιν Plu. Pomp. 41.
- 2 of money and property, waste, squander it, οὔτε τι τῶν οἰκηΐων τρίβουσι οὔτε δαπανῶνται Hdt. 2.37.
- 3 use constantly, κατώμοσα . . μὴ πολὺν χρόνον θεοὺς ἔτι σκῆπτρα τἀμὰ τρίψειν Ar. Av. 636 (lyr.); κοινὰ ὀνόματα καὶ τετριμμένα D.H. Comp. 25; ἡ τετρ. καὶ κοινὴ διάλεκτος Id. Th. 23; τετρ. σχηματισμός in common use, A.D. Pron. 115.16, cf. S.E. M. 1.229.
- 4 Pass., to be much busied or engrossed with a thing, πολέμῳ Hdt. 3.134; ἀμφʼ ἀρετῇ τ. practise oneself in, use oneself to it, Thgn. 465; τρίβεσθαι περὶ τοὺς δυνατούς Philostr. VA 4.41: esp. in pf. part. Pass. τετριμμένος, practised, expert, ἔμπειροι καὶ τ. Phld. Rh. 2.281 S.; οἱ ἐν ποήμασι τ. Id. Po. 5.21; τ. ἀκοή a trained, expert ear, ib. 24; πολεμικὸς καὶ τετρ. διʼ ὅπλων Plu. Eum. 11; ἀνὴρ φιλοπόνως ἐπὶ τῶν ἔργων τετρ. Gal. 15.585, cf. 623.
1. wrijven, fijn wrijven:
2. slijten, verslijten:
3. uitputten, afmatten:
Pass. sich verweilen, Aesch. Eum. 186 ; sich mit einer Sache viel beschäftigen, sich darin üben, πολέμῳ, Her. 3.124 ; ἀμφʼ ἀρετῇ, Theogn. 465. – Später auch so im act., τί, Etwas treiben, üben, βίον, eine Lebensart führen, z.B. δυστυχῆ, ein unglückliches Leben führen, Soph. El. 592 ; νησιώτην, Eur. Heracl. 86 ; γεωργικόν, Ar. Pax 576 ; λυπηρόν, Dion.Hal. 1.56 ; aber πόλεμον τρίβειν, einen Krieg in die Länge ziehen, Pol. 2.63.4 ; Iulian. Caes. 19.10.
Aor. infin. τρῖψαι Od. 9.333.
(ἀπο-, δια-)
To rub. Of oxen, to thresh (corn) by trampling it on a threshing-floor, tread (it) : τριβέμεναι κρῖ λευκόν Il. 20.496.
To press (an instrument into something) and work (it) round : μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ Od. 9.333.
In mid., to wear oneself out : μηδὲ τρίβεσθε κακοῖσιν Il. 23.735.
1
λαβὼν κλάδον δάφνης καὶ κύμινον Αἰθιοπικὸν καὶ στρύχνον βοτάνην ὁμοῦ τρίψον
toma una rama de laurel, comino etíope y una planta de adormidera y tritúralo todo junto
τρίψας τὴν καρδία[ν τῇ] αʹ τῆς θεοῦ σύμμιξον τῷ μέλι[τι
tritura el corazón en el día primero de la diosa y mézclalo con miel
λαβὼν ᾠὸν κορώνης καὶ κορωνοποδίου βοτάνης χυλὸν καὶ χολὴν νάρκας ποταμίας τρῖψον μετὰ μέλιτος
toma un huevo de corneja, jugo de la planta «cuerno de ciervo» y la hiel de un torpedo de río y machácalo con miel
ταῦτα τρίψας σὺν ἐλαίῳ σουσίνῳ
triturándolo todo con aceite de lilas
ὁμοῦ πάντα τρίψας ἐπίχυννε εἰς τὸ ἔλαιον, ἄχρι οὗ ὡς ἔλαιον γένηται
tritúralo todo junto y viértelo en el aceite, hasta que se haga como aceite
λαβὼν τὸν κάνθαρον τρίψον μετὰ κατανάγκης βοτάνης καὶ βάλε εἰς βησίον ὑελοῦν
toma un escarabajo, tritúralo con planta de arveja y échalo en una taza de cristal
τοῦ πιπερίου βʹ τρίψας μῖξον μετὰ ὀποπάνακος
tritura dos
τρῖψον τῷ τραπεζίῳ μετὰ κηροῦ
tritura
1.a
λαβὼν βοτάν[ην] ἀρτεμισίαν, ἡλιοπάλιον ..., τρίψας ὁμοῦ πάντα ... καὶ χρῖέ σου τὰ χείλη
toma una planta de artemisa, un heliópalo, tritúralo todo junto y úngete los labios
λαβὼν μυῖαν καὶ στίμιν K[ο]πτικὸν τρῖψον, ἔγχριε τοὺς ὀφθαλμούς σου
toma una mosca y antimonio cóptico, tritúralos y úngete los ojos
λέγε τὸν λόγον, ὅταν τρίβῃς καὶ ὅταν συνχρίῃ τὸ αἰδοῖον σου
pronuncia la fórmula al triturar y al ungir tu sexo
πέπερι μετὰ μέλιτος τρίψας χρῖέ σου τὸ πρᾶγμα
tritura pimienta con miel y unta tu cosa
1.b
ῥοδοδάφνην μετ' ἅλμης βρέξας καὶ τρίψας ῥᾶνον
humedece adelfa con agua de mar, tritúralo y haz aspersiones
ῥοδοδάφνας τρῖψον μετὰ ὄξους καὶ ῥάντισον τὰ πρόθυρα τοῦ μνημείου
tritura hojas de adelfa con vinagre y rocía la entrada de la tumba
1.c
στροβίλια πεντήκοντα μετὰ δύο κυά[θ]ων γλυκέος καὶ κόκκους πεπέρεως τρίψας πίε
machaca cincuenta piñones y granos de pimienta con dos tazas de vino dulce y bébelo
εὐζώμου σπέρμα μετὰ στροβιλίων σὺν οἴνῳ τρίψας νήστης πίε
machaca semilla de roqueta y piñones con vino y bebe en ayunas
2
frota tu cabeza, baja y ve a dormir
- Ito rub: to rub or thresh corn, Il.; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῶι to work round the stake in his eye, Od.; χρυσὸν βασάνωι τρ. to rub it on a touchstone, so as to test its purity (cf. παρατρίβω), Theogn.:—Mid., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε τρίβεσθαι μύσος to rub oneʼs pollution upon these shrines, pollute them with it, Aesch.
- 2to rub down, grind, pound, Ar., etc.
- 3to crush, βότρυν Ar.
- IIto wear out by rubbing: Pass., of a road, to wear or tread it smooth, ἀτραπὸς τετριμμένη Ar.
- 2of Time, to wear away, spend, Lat. terere vitam, Soph., Eur.:— absol. to waste time, tarry, Aesch.
- 3to waste or ravage a country, Eur.
- IIImetaph.,
- 1of persons, to wear out, Hes.: Pass. to be worn out, Il., Thuc.:—Mid., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν to wear itself out by internal struggles, Thuc.:—Pass., τριβόμενος ληός an oppressed people, Hdt.
- 2of money and property, to waste, squander it, Hdt.
- 3to use constantly, Ar.
- 4Pass. to be much busied or engrossed with a thing, Hdt.
-
…καὶ κοπτομένην · ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος εἰς τὴν κλίνην συνέκαμψέ τε τὸ σκέλος καὶ ἐξέτριψε τῇ χειρί, καὶ τρίβων ἅμα, ὡς ἄτοπον, ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἔοικέ τι εἶναι τοῦτο ὃ καλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἡδύ ·…
Plato, Phaedo
-
…καὶ ἐγένετο φλὸξ τοσαύτη ὅσην οὐδείς πω ἔς γε ἐκεῖνον τὸν χρόνον χειροποίητον εἶδεν · ἤδη γὰρ ἐν ὄρεσιν ὕλη τριφθεῖσα ὑπʼ ἀνέμων πρὸς αὑτὴν ἀπὸ ταὐτομάτου πῦρ καὶ φλόγα ἀπʼ αὐτοῦ ἀνῆκεν. τοῦτο δὲ μέγα τε ἦν καὶ τοὺς…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…τέγξαντα ἐπιπεταννύναι τῇσι ἐσχάρῃσι μέσφι ἡμέρης τρίτης · ἢν δὲ βαθεῖαι ἔωσι αἱ ἐσχάραι, πράσου χρὴ κόμην ξὺν ἁλὶ τρίψαντα ἠδὲ ἐς ὀθόνην ἐγχρίσαντα τιθέναι · τῇ δὲ τρίτῃ κηρωτὴν ἐκ ῥοδίνου ἐπὶ τοῖσι ἐπιπολαίοισι, ἢ φᾳκὸν ξὺν μέλιτι…
Aretaeus, Treatment of Chronic Diseases
-
…κε τὸ τρίτον αὖτις ἀναΐξαντʼ ἐπάλαιον, εἰ μὴ Ἀχιλλεὺς αὐτὸς ἀνίστατο καὶ κατέρυκε · μηκέτʼ ἐρείδεσθον, μὴ δὲ τρίβεσθε κακοῖσι · νίκη δʼ ἀμφοτέροισιν · ἀέθλια δʼ ἶσʼ ἀνελόντες ἔρχεσθʼ, ὄφρα καὶ ἄλλοι ἀεθλεύωσιν Ἀχαιοί. ὣς ἔφαθʼ…
Homer, Iliad
-
…πολλοῖς ἀεὶ ξυνοῦσα τοῦ τε συννόμου · ὁ δʼ ἄλλος ἔξω, χεῖρα σὴν μόλις φυγών, τλήμων Ὀρέστης δυστυχῆ τρίβει βίον · ὃν πολλὰ δή με σοὶ τρέφειν μιάστορα ἐπῃτιάσω · καὶ τόδʼ, εἴπερ ἔσθενον, ἔδρων ἄν ,…
Sophocles, Electra
-
…ὑμεῖς δὲ καταφράζεσθε καὶ αὐτοὶ τήνδε δίκην · ἐγγὺς γὰρ ἐν ἀνθρώποισιν ἐόντες ἀθάνατοι φράζονται, ὅσοι σκολιῇσι δίκῃσιν ἀλλήλους τρίβουσι θεῶν ὄπιν οὐκ ἀλέγοντες. τρὶς γὰρ μύριοί εἰσιν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ ἀθάνατοι Ζηνὸς φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων · οἵ ῥα…
Hesiod, Works and Days
-
…ἔχουσαι ; πᾶς δʼ ὑφηγεῖται τρόπος μορφῆς. λέοντος ἄντρον αἱματορρόφου οἰκεῖν τοιαύτας εἰκός, οὐ χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε πλησίοισι τρίβεσθαι μύσος. χωρεῖτʼ ἄνευ βοτῆρος αἰπολούμεναι. ποίμνης τοιαύτης δʼ οὔτις εὐφιλὴς θεῶν. ἄναξ Ἄπολλον, ἀντάκουσον ἐν μέρει…
Aeschylus, Eumenides
-
…ἕπου. τὰ λῷστα τῶν παρεστώτων λέγει. πιθοῦ λιποῦσα τόνδʼ ἁμαξήρη θρόνον. οὔτοι θυραίᾳ τῇδʼ ἐμοὶ σχολὴ πάρα τρίβειν · τὰ μὲν γὰρ ἑστίας μεσομφάλου ἕστηκεν ἤδη μῆλα πρὸς σφαγὰς πάρος, ὡς οὔποτʼ ἐλπίσασι τήνδʼ ἕξειν χάριν .…
Aeschylus, Agamemnon
-
…ὅρκους θεμένη τάδε μὲν στέργειν, δύστλητά περ ὄνθʼ · ὃ δὲ λοιπόν, ἰόντʼ ἐκ τῶνδε δόμων ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις αὐθένταισι. κτεάνων τε μέρος βαιὸν ἐχούσῃ πᾶν ἀπόχρη μοι μανίας μελάθρων ἀλληλοφόνους ἀφελούσῃ. ὦ φέγγος εὖφρον ἡμέρας…
Aeschylus, Agamemnon
-
…μὲν γὰρ ἔστιν ἀπὸ κάλω καὶ θρανίου, κρεμάσαντι σαυτόν. παῦε, πνιγηρὰν λέγεις. ἀλλʼ ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη ἡ διὰ θυείας. ἆρα κώνειον λέγεις ; μάλιστά γε. ψυχράν γε καὶ δυσχείμερον · εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια…
Aristophanes, Frogs