τρύγις Save LSJ Bailly 2024 Pape τρύγις, ἡ, = ὄλυρα, v.l. for τίφη in Hp. Vict. 2.43. τρύγις, ιος (ἡ) c. ὄλυρα. Hpc. 356, 29 dout. τρύγις, ἡ, = ὄλυρα, Hippocr., zw.