τρυγικός
τρυγικός, of lees
τρῠγ-ικός, ή, όν,
- of lees, = κωμῳδικός, Ar. Ach. 628 (anap.); τ. χορός cj. Jacobs in AP 7.410.3 (Diosc.); cf. τρυγῳδικός.
τρυγικός, ή, όν [ῠ] c. τρυγῳδικός, Ar. Ach. 628.
τρυγικός, von Hefen gemacht ; χορός, = τρυγῳδικός, Ar. Ach. 603.
τρυγικός
τρῠγικός, ή, όν
- of lees, = κωμῳδικός, Ar.