τρυγητής
τρυγ-ητής, οῦ, ὁ,
- = τρυγητήρ I, LXX Je. 29.10 (49.9), al., PTeb. 120.8 (i B. C.), Corn. ND 30, Poll. 1.222.
τρυγητής, ὁ, = τρυγητήρ, Sp.