τρυγόνιος
τρυγόνιος, of or from a τρυγών, sting-ray
τρῡγόν-ιος, α, ον,
- of or from a τρυγών II, Opp. H. 2.480.
τρυγόνιος, α, ον [ῠ] de pastenague, Opp. H. 2, 480.
Étym. τρυγών.
τρυγόνιος, [ῡ], von der τρυγών kommend, zu ihr gehörig, Opp. Hal. 2.480 ; τὸ τρυγόνιον, ein Kraut, = περιστερεών, Sp.