φρήν
φρήν, the midriff; heart, mind
- I midriff, κραδία φρένα λακτίζει A. Pr. 881 (anap.); elsewh. always in pl., ἔνθα φρένες ἔρχαται ἀμφʼ ἁδινὸν κῆρ Il. 16.481, cf. Hp. VM 22, Art. 41; τὰς φρένας διάφραγμα εἰς τὸ μέσον αὐτῶν (sc. τοῦ θώρακος καὶ τοῦ κύτους) τιθέντες Pl. Ti. 70a; τοῦτο δὲ τὸ διάζωμα καλοῦσί τινες φρένας, ὃ διορίζει τόν τε πλεύμονα καὶ τὴν καρδίαν Arist. PA 672b11, cf. HA 496b11, 506a6; also, in Hom., more vaguely, πρὸς στῆθος ὅθι φρένες ἧπαρ ἔχουσι Od. 9.301; μένεος φρένες ἀμφὶ μέλαιναι πίμπλαντʼ Il. 1.103, al.; φρένας . . εἰς αὐτὰς τυπείς A. Pr. 363, cf. Eu. 159 (lyr.).
- 2 heart, as seat of the passions, e.g. of fear, τρομέοντο δέ οἱ φρένες ἐντός Il. 10.10; of joy and grief, φρένα τέρπεσθαι φόρμιγγι 9.186; γάνυται φρένα ποιμήν 13.493; τί σε φρένας ἵκετοπένθος; 1.362; ἄχος πύκασε φρένας 8.124; ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε 3.442; of anger, Od. 6.147; of courage, ἕνα φρεσὶ θυμὸν ἔχοντες Il. 13.487; ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη 22.475, cf. 8.202, etc.; of bodily appetites, such as hunger, etc., 11.89: the shades of the dead are without it, ψυχὴ καὶ εἴδωλον, ἀτὰρ φρένες οὐκ ἔνι πάμπαν 23.104 (exc. the shade of Teiresias, Od. 10.493): so generally in Poets, φρενὸς ἔνδοθεν ἄλγεα κεῖται Sol. ap. Arist. Ath. 5.2; κῆλα δαιμόνων θέλγει φρένας Pi. P. 1.12; φόβος μʼ ἔχει φρένας A. Supp. 379; μαινομένα φρενί Id. Th. 484 (lyr.); στυγεῖν μιᾷ φρενί Id. Eu. 986 (lyr.); Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φ. Id. Pr. 34; ἐκ φρενός from oneʼs very heart, ὁ ἐκ φρενὸς λόγος a sincere speech, Id. Ch. 107; ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός Id. Th. 919 (lyr.); οὐκ ἀπʼ ἄκρας φρενός not superficially and carelessly, Id. Ag. 805 (anap.); φρενὸς ἐκ φιλίας ib. 1515 (anap.), cf. 546; φῦσαι φρένας to produce a haughty spirit, S. El. 1463.
- 3 mind, as seat of the mental faculties, perception, thought, ἔγνω ᾗσιν ἐνὶ φ. Il. 22.296; μή μοι ταῦτα νόει φρεσί 9.600; μετὰ φρεσὶ μερμηρίξαι, βάλλεσθαι, Od. 10.438, Il. 9.434; ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν 2.301; τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε put in his mind, suggested it, 1.55; σφῶϊν δʼ ὧδε θεῶν τις ἐνὶ φρεσὶ ποιήσειεν 13.55; ἐν φρεσὶ θέσθε ἕκαστος ib. 121, cf. 1.297, etc.; φρένας παραπεῖσαι, πείθειν, 7.120, 16.842; ἐπιγνάμπτει φρένας (v.l. for νόον) ἐσθλῶν 9.514; Διὸς ἐτράπετο φρήν 10.45; ἀνὴρ φρένας ἀφνειός rich (only) in his imagination, Hes. Op. 455; ὀρθᾷ, ἐλευθέρᾳ φρενί, Pi. O. 8.24, P. 2.57; φρένες γὰρ αὐτοῦ θυμὸν ᾠακοστρόφουν A. Pers. 767; ἡ γλῶσσʼ ὀμώμοχʼ, ἡ δὲ φ. ἀνώμοτος E. Hipp. 612; κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν Il. 1.193, al.: pl., wits, Κύκλωπα περὶ φρένας ἤλυθε οἶνος Od. 9.362, cf. 454, 18.331; πλήγη φρένας ἃς πάρος εἶχεν Il. 13.394; ἐκ γὰρ πλήγη φρένας 16.403; βλάπτε φρένας Ζεὺς ἡμετέρας 15.724; ἐξ . . . τοι θεοὶ φρένας ὤλεσαν 7.360; φρένας ἄφρων, φρένας ἠλέ or ἠλεέ, 4.104, 15.128, Od. 2.243: of losing oneʼs wits, φρενῶν ἀφεστάναι, ἐκστῆναι, μεθεστάναι, S. Ph. 865, E. Or. 1021, Ba. 944; τὰς φ. ἐκβάλλειν S. Ant. 648; ἔξω φρενῶν Pi. O. 7.47; φρενῶν οὐκ ἔνδον ὤν E. Heracl. 709; φρενῶν κεκομμένος A. Ag. 479 (lyr.); κενός S. Ant. 754; τητώμενοι Id. El. 1326; ἔξεδροι, παράκοποι, E. Hipp. 935, Ba. 33; ποῦ ποτʼ εἶ φρενῶν; S. El. 390; φρένες διάστροφοι A. Pr. 673, S. Aj. 447; μαργότης φρενῶν Id. Fr. 846; ἀνακίνησις φρενῶν Id. OT 727, etc.; of persons in their senses, ἐπήβολος φρενῶν Id. Ant. 492; ἀνδρὸς νοῦν ἔχοντος καὶ φρένας Ar. Ra. 535 (lyr.) (so in later Prose, οἱ φρένας ἔχοντες Phld. Po. 5.19, Rh. 1.240 S.; οἱ τῶν σοφιστῶν τὰς κοινὰς φ. ἔχοντες ib. 202 S.); also ἔσω φρενῶν λέγειν A. Ag. 1052; γράφου φρενῶν ἔσω S. Ph. 1325; τῆς λεπτότητος τῶν φ. Ar. Nu. 153; φρένες, opp. σῶμα, Hdt. 3.134; so αἱ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν E. El. 387; attributed to animals, μετὰ φρεσὶ γίγνεται ἀλκή Il. 4.245, cf. 16.157, etc.—The word is not common in early Prose, τίς αὐτῶν νόος ἢ φρήν; Heraclit. 104; συμφορὰ τῶν φ., i.e. madness, And. 2.7; παραλλάττει τῶν φ. Lys. Fr. 90; καρποῦ μὲν ἀφθονία φρενῶν δὲ ἀφορία X. Smp. 4.55; νοῦς καὶ φρένες D. 18.324, cf. 25.33.
- 4 will, purpose, οὔ τι Διὸς βέομαι φρεσίν Il. 15.194; σῆς ἀπεστάτουν φ. S. Ant. 993, cf. OC 1182.—In usage there is little or no distinction observable between sg. and pl., but the sg. is not found in Prose (exc. Heraclit. l.c.) or Com. (exc. in paratrag., Ar. Ra. 886).
1. middenrif:
2. zetel van emoties hart, gemoed, binnenste:
3. zetel van intellect geest, verstand, gezindheid:
1) bei den ältesten Schriftstellern das Zwerchfell, das Herz und Lunge von den übrigen Eingeweiden absondert, gew. im plur.; Hippocr.; bei Sp. διάφραγμα, vgl. Plat. Tim. 70a τὰς φρένας διάφραγμα εἰς τὸ μέσον αὐτῶν τιθέντες ; Arist. H.A. 1.17, gen.an. 2.6 ; im eigtl. Sinne ἔβαλʼ, ἔνθʼ ἄρα τε φρένες ἔρχαται ἀμφʼ ἀδινὸν κῆρ Il. 16.481, vgl. 503 ; ὅθι φρένες ἧπαρ ἔχουσιν Od. 9.301 ; so auch noch ἀνεστενάχιζʼ Ἀγαμέμνων νειόθεν ἐκ κραδίης· τρομέοντο δέ οἱ φρένες ἐντός Il. 10.10. So auch einzeln bei Folgenden : Αἴας ἔπαξε διὰ φρενῶν ξίφος Pind. N. 7.26, er stieß sich das Schwert durch die Brust ; κραδία δὲ φόβῳ φρένα λακτίζει Aesch. Prom. 883 ; φρένας γὰρ εἰς αὐτὰς τυπείς 361 ; ἔτυψεν ὑπὸ φρένας, ὑπὸ λοβόν Eum. 153 ; ὁρῶμεν αὐτὴν πλευρὰν ὑφʼ ἦπαρ καὶ φρένας πεπληγμένην Soph. Trach. 927. – Weil man aber das Zwerchfell als den Sitz aller geistigen Regungen und Fähigkeiten zu betrachten gewohnt war, als das rein körperliche Prinzip des geistigen Lebens (s. Nägelsbach homerische Theologie p. 334 ff.; das seelische Prinzip des geistigen Lebens, die geistige Seele ist θυμός, dessen Träger ebenfalls die φρένες sind, ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη Od. 5.458, der Geist, Mut sammelte sich wieder in der Seele, ἐν φρεσὶ θυμός 8.202, 13.282, 487, 24.321, dah. oft κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν [vgl. θυμός], auch ἐν φρεσὶν ἦτορ, κραδίη, Il. 16.242, 435)
2) die Seele, der Geist, Sinn, das Gemüt, übh. das Empfindungs-, Denk- u. Willensvermögen, oder wie auch wir es sinnlich bezeichnen, das Herz, der Sitz oder das Organ von μένος, νοῦς, μῆτις, βουλή ; dah. μένεος δὲ μέγα φρένες ἀμφιμέλαιναι πίμπλαντο Il. 1.103, Od. 4.661, wo das Beiwort noch die sinnliche Auffassung verrät ; μένος ἐν φρεσὶ τιθέναι Il. 21.145, Od. 1.89. Von allen Gemütsaffektionen : Freude und Trauer, ὁ δὲ φρένα τέρπετʼ ἀκούων, er ergötzte sein Herz, er freute sich in seinem Herzen, Il. 1.474, wie τὸν δʼ εὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι 9.186 ; ἔνθʼ ὁρόων φρένα τέρψομαι 20.23 ; γόῳ φρένα τέρπομαι Od. 4.102 ; πάντες ἐτέρφθησαν φρένʼ ἀέθλοις 8.131 ; so auch γεγήθει δὲ φρένα Νηλεύς Il. 11.683, wie Od. 7.106 ; τὴν δʼ ἄχος ἕλε φρένα 19.471, vgl. Il. 19.125 ; von der Furcht, τρομέουσι δέ τε φρένα ναῦται δειδιότες 15.627 ; νῦν δʼ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα 1.555 ; τῶν δὲ φρένες ἐπτοίηθεν Od. 22.298 ; vom Zorn, κεχολῶσθαι ἐνὶ φρεσίν Il. 16.61, wie ἀλλὰ μάλʼ οὐκ Ἀχιλῆϊ χόλος φρεσίν 2.241 ; von der Liebe, οὐ γὰρ πώποτέ μʼ ὧδε ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψεν 3.442 ; u. noch sinnlicher, vom Hunger, σίτου τε γλυκεροῖο περὶ φρένας ἵμερος αἱρεῖ 11.89. – Vom Wissen : οὐδὲ τὸ οἶδε κατὰ φρένα Il. 5.406 ; ὁ ἔγνω ᾗσιν ἐνὶ φρεσίν 1.333, 16.530 ; εὖ γὰρ δὴ τόδε ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν 2.301 ; εἰ γὰρ ἐγὼ τάδε ᾔδεʼ ἐνὶ φρεσὶ πευκαλίμῃσιν 8.366 ; ἀλλὰ σὺ μή τοι ταῦτα νόει φρεσί 9.600, wie αὐτὸς σὺ μετὰ φρεσὶ σῇσι νόησον 20.310 ; φράζεσθον ἐν φρεσὶν ὑμετέρῃσιν 20.116, u. öfter ; νήπιοι· ἐκ γάρ σφεων φρένας εἵλετο Παλλάς 18.311 ; so 19.137 u. oft ; u. ähnlich ἐκ δέ οἱ ἡνίοχος πλήγη φρένας, ἃς πάρος εἶχεν, 13.394, vgl. 16.403 ; εἰ δή ῥα τότε βλάπτε φρένας εὐρύοπα Ζεὺς ἡμετέρας 15.724 ; ἐπεὶ φρένας ἄασεν οἶνος Od. 21.297 ; dah. φρένας ἠλέ, Törichter du am Geist, Il. 15.128, Od. 2.243. – Oefter im Ggstz gegen die körperliche Schönheit, οὐ ἕθεν ἐστὶ χερείων, οὐ δέμας, οὐδὲ φυήν, οὔτʼ ἂρ φρένας, οὔτε τι ἔργα Il. 1.115 ; οὔ τοι δευόμενον, οὔτʼ ἂρ φρένας, οὔτε τι εἶδος Od. 4.264 ; so 8.168 u. öfter. – Von der Entschließung, vom Willen, κακὰ δὲ φρεσὶ μήδετο ἔργα Il. 23.176 ; μετὰ φρεσὶ μερμήριξα Od. 10.438 ; auch ἐν φρεσὶ ποιεῖν Il. 13.55 ; τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεά, gab ihm den Gedanken, Entschluß ein, 1.55, u. oft so, wie μετὰ φρεσὶ βάλλεσθαί τι, Etwas überlegen, an Etwas denken, 9.434, 14.264 u. sonst ; ἐν φρεσὶ θέσθαι τι, Etwas überlegen, sich zu Herzen nehmen, 13.121 ; σὺ σῇσιν ἔχε φρεσίν, behalte es im Herzen, 2.33. – Von der Gesinnung, οὐδὲ Διὸς πεῖθε φρένα Il. 12.173 ; Διὸς ἐτράπετο φρήν· Ἑκτορέοις ἄρα μᾶλλον ἐπὶ φρένα θῆχʼ ἱεροῖσιν 10.45 ; ὁπλοτέρων ἀνδρῶν φρένες ἠερέθονται 3.108 ; ἀκεσταί τοι φρένες ἐσθλῶν 13.115 ; στρεπταὶ μέν τε φρένες ἐσθλῶν 15.203 ; ᾧ οὔτʼ ἂρ φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι, οὔτε νόημα γναμπτόν 24.40, vgl. Od. 18.215, u. öfter ; u. geradezu wird ein menschliches Gefühl abgesprochen, ἐπεὶ οὔ οἱ ἔνι φρένες, οὐδʼ ἠβαιαί Il. 14.141 ; vgl. noch οὐκ ἄρα σοί γʼ ἐπὶ εἴδεϊ καὶ φρένες ἦσαν Od. 17.454 ; αἰδόμενος σῇσι φρεσί, dich scheuend in deinem Herzen, Il. 10.237, wie εἰ δέ τινα φρεσὶν ᾑσι θεοπροπίην ἀλεείνει 11.794 ; ὅ τι φρεσὶ σῇσι μενοινᾷς, was du in deinem Herzen dir vornimmst, Il. 14.221. – Es geht beim Verbrennen des Toten mit der Vernichtung der φρένες auch der Geist unter, so daß es von den Schatten der Unterwelt heißt ψυχὴ καὶ εἴδωλον· ἀτὰρ φρένες οὐκ ἔνι πάμπαν, Il. 23.104 ; nur Tiresias hat noch die φρένες, Τειρεσίου φρένες ἔμπεδοί εἰσιν Od. 10.493 ; wenn aber die andern Schatten Blut trinken, erhalten auch sie das Bewußtsein wieder. – Auch den Tieren werden φρένες zugeschrieben, wenn ihnen Eigenschaften beigelegt werden, die den Tätigkeiten des menschlichen Geistes analog sind ; so νεβροί, οὐδʼ ἄρα τίς σφι μετὰ φρεσὶ γίγνεται ἀλκή, sie haben keinen Mut im Herzen, Il. 4.245 ; λύκοι ἃς ὠμοφάγοι, τοῖσίν τε περὶ φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή 16.156 ; vom Löwen, τοῦ δʼ ἐν φρεσὶν ἄλκιμον ἦτορ παχνοῦται 17.111. – So auch bei Pind. u. Tragg., doch mehr geistig zu nehmen ; φρενὶ ὀρθᾷ, ἐλευθέρᾳ, mit richtigem, freiem Sinne, Pind. Ol. 8.24, P. 2.57 ; ἔραται φρενί N. 10.29 ; κουφότεραι φρένες ἀπειράτων Ol. 8.61 ; φρὴν βουλαῖσι πράσσει N. 1.27 ; κεχείμανται φόβῳ φρένες P. 9.33 ; φρενῶν ταραχαί, von den Leidenschaften, namentlich dem Zorn, Ol. 7.30 ; ἔξω φρενῶν 7.47 ; σύνεσιν φρενῶν N. 7.60 ; μαινομέναις φρεσίν P. 2.26 ; κατέχει φρεσὶ νόον I. 3.2 ; δαιμόνων θέλγει φρένας P. 1.12 ; ἔρως ὑπέκνισε φρένας 10.60 ; ἀμφικρέμανται φρένας ἐλπίδες I. 2.43 ; μαινομένᾳ φρενί Aesch. Spt. 466 ; βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος 575 ; auch δακρυχέων ἐκ φρενός 902 ; ὡς πόλλʼ ἀμαυρᾶς ἐκ φρενός μʼ ἀναστένειν Ag. 532 ; μένει τὸ θεῖον δουλίᾳ περ ἐν φρενί 1054 ; φρενὸς ἐκ φιλίας τί ποτʼ εἴπω 1496, wie λέξω τὸν ἐκ φρενὸς λόγον Ch. 105, das aus dem Herzen kommende Wort (s. nachher Soph.); ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα 755 ; στυγεῖν μιᾷ φρενί Eum. 491 ; Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες Prom. 34 ; ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους 442 ; τοία κακῶν ἔκπληξις ἐκφοβεῖ φρένας Pers. 598 ; φρένες γὰρ αὐτοῦ θυμὸν οἰακοστρόφουν 753 ; χαρᾷ δὲ μὴ ʼκπλαγῇς φρένας Ch. 231 ; φόβος μʼ ἔχει φρένας Suppl. 374 ; οὐ γάρ ποτʼ εὔνουν τὴν ἐμὴν κτήσει φρένα Soph. Phil. 1205 ; ἐκτέταμαι φοβερὰν φρένα O.R. 153 ; ψυχῆς πλάνημακ ἀνακίνησις φρενῶν 727 ; ἵλεῳ φρενὶ κατεύχετο Trach. 761 ; οὐδεὶς ἐρεῖ ποτʼ, ὡς ὑπόβλητον λόγον ἔλεξας, ἀλλὰ τῆς σαυτοῦ φρενός Aj. 477 ; σιγᾶν κελεύω, μηδʼ ἀφεστάναι φρενῶν, und nicht unaufmerksam zu sein, Phil. 853 ; ποῖ φρενῶν ἔλθω ; was soll ich denken ? O.C. 311 ; ταράσσομαι φρένας Ant. 1082 ; ἐπήβολος φρενῶν, des Verstandes mächtig, 488 ; τρομερὰν φρένʼ ἔχω Eur. Phoen. 1291 ; οὐκέτι καθαρὰν ἔχω φρένα Hipp. 1121 ; δέχεσθαι τοὺς ξένους εὐπροσηγόρῳ φρενί Alc. 778, u. oft ; φρένας ἔχων καὶ νοῦν Ar. Ran. 535 ; φρένες δειναὶ θεῶν Av. 1238. – In Prosa, doch selten : ἐν φρενὶ λαβόντες τὸν λόγον, zu Herzen nehmend, Her. 9.10 ; τῷ σώματι συναύξονται καὶ αἱ φρένες 3.134 ; φρενῶν εἰς τὰ ἐμεωυτοῦ πρῶτα οὔκω ἀνήκω 7.13 ; ἡ δὲ φρὴν οὐκ ἀνέλεγκτος Plat. Theaet. 154d ; πάντα τὰ τῶν φρενῶν ἐξητακότες ibid.; συμφορὰ τῶν φρενῶν Andoc. 2.7, Wahnsinn ; νοῦ καὶ φρενῶν ἀγαθῶν καὶ προνοίας Dem. 25.33 ; Plut.
φρενός, ἡ.
(In sing. and pl. (the organ being regarded as a double one) without distinction of sense. The pl. occurs more frequently than the sing.)
(Cf. ἦτορ, θυμός, κραδίη, κῆρ.)
- I
The midriff.
In pl. : ἔνθα φρένες ἔρχαται ἀμφὶ κῆρ Il. 16.481. Cf. Il. 16.504 : Od. 9.301.
- II
Vaguely as the seat of
- 1
- a
ἦτορ
2.b : θάρσυνόν οἱ ἦτορ ἐνὶ φρεσίν Il. 16.242. Cf. Il. 17.111, Il. 19.169. - b
ἦτορ
2.e : τί σφῶϊν ἐνὶ φρεσὶ μαίνεται ἦτορ; Il. 8.413. - c
ἦτορ
2.f : φρεσὶν ᾗσιν ἔχων δεδαϊγμένον ἦτορ Od. 13.320. - d
ἦτορ 2.h Od. 23.172.
- a
- 2
- a
θυμός
I.1.a : ἐπεὶ ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη Il. 22.475 : Od. 24.349. Cf. Od. 5.458. - b
θυμός
I.2 : αἰεί οἱ ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἐτόλμα Il. 10.232. Cf. Il. 13.487. - c
θυμός
I.5 : ἐμοὶ οὐκέτʼ ἐρητύετʼ ἐν φρεσὶ θυμός Il. 9.462. Cf. Il. 21.386. - d
θυμός
I.6: οὐ σοὶ ὀλοφύρεται ἐν φρεσὶ θυμός Il. 8.202. Cf. Il. 19.178, Il. 23.600, Il. 24.321 :=Od. 15.165, 486. - e
θυμός
I.8: δίχα θυμὸς ἐνὶ φρεσὶ μερμηρίζει Od. 16.73. Cf. Od. 20.38. - f
θυμός I.10 Il. 22.357.–
- g
θυμός (IV) Il. 13.280.
- a
- 3
κῆρ
2.b : ἄλλα οἱ κῆρ ὅρμαινε φρεσὶν ᾗσιν Od. 18.345. - 4
κραδίη
3.d : διχθά μοι κραδίη μέμονε φρεσίν Il. 16.435. - 5
νόος
2 : τῇς ἐν νόος ἐστὶ μετὰ φρεσίν Il. 18.419.
- III
The heart, breast, soul, mind, as the seat or a seat (when coupled with θυμός hardly to be distinguished therefrom)
- 1
Of life; hence, vitality, the vital powers, strength : ἄτη φρένας εἷλεν Il. 16.805, τῆς ἀχέων φρένας ἔφθιεν Il. 18.446.
- 2
Of the intelligence; specifically
- a
Of the faculty of perception or knowledge : ἔγνω ἧσιν ἐνὶ φρεσίν Il. 1.333=Il. 8.446, Il. 16.530, Il. 22.296. Cf. Il. 2.301, Il. 4.163=Il. 6.447, Il. 5.406, Il. 8.366, Il. 19.121, Il. 20.264, Il. 21.61, Il. 24.197, 563 : φρεσὶ σύνθετʼ ἀοιδήν Od. 1.328. Cf. Od. 1.115, 322, 420, Od. 4.632, Od. 5.206, Od. 7.327, Od. 8.448, Od. 9.11, Od. 13.327, 417, Od. 15.211, Od. 22.347, 501.
- b
Of the faculty of thinking, deliberating, judging, considering, devising : μερμήριξε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν Il. 5.671, Il. 8.169. Cf. Il. 1.55, 193, 297, 342, Il. 2.3, Il. 3.108, Il. 6.352, Il. 9.119, 313, 423, 600, Il. 10.4, Il. 11.794, Il. 13.558, Il. 14.92, Il. 15.81, Il. 16.83, Il. 19.88, Il. 20.116, Il. 21.19, etc. : ἄλλα ἐνὶ φρεσὶ σῇσι νοήσεις Od. 3.26. Cf. Od. 1.294, 427, 444, Od. 2.93, 363, Od. 3.132, 151, Od. 4.117, 676, 729 (it never occurred to you), Od. 5.427, Od. 8.240, 273, Od. 9.419, Od. 11.146, 454, 474, Od. 14.82, 290 (by his cunning), Od. 15.234, 421, Od. 18.215, 216, Od. 19.138, Od. 20.41, 228, Od. 21.301, Od. 22.333, etc.
- c
Of memory or recollection : σῇσιν ἔχε φρεσίν Il. 2.33, τῶν ἄλλων τίς κεν ᾗσι φρεσὶν οὐνόματʼ εἴποι; Il. 17.260 (by exerting his powers of memory). Cf. Il. 2.70 : Od. 10.557, Od. 15.445.
Hence
- α
The faculty of thought, intelligence : φρένες οὐκ ἔνι πάμπαν Il. 23.104. Cf. Od. 10.493.
- β
Mental power or reach, intelligence, understanding, judgment, discretion, sense, wit : οὐ χερείων . . . οὔτε φρένας οὔτε ἔργα Il. 1.115. Cf. Il. 13.432, 631, Il. 14.141, Il. 17.171, 173, Il. 20.35 : φρεσὶ κέχρητʼ ἀγαθῇσιν Od. 3.266, Od. 14.421, Od. 16.398. Cf. Od. 2.117=Od. 7.112, Od. 4.264, Od. 8.168, Od. 11.337=Od. 18.249, Od. 11.367, Od. 17.454, Od. 21.288, Od. 24.194.
- γ
One’s wits : γλαύκῳ φρένας ἐξέλετο Ζεύς Il. 6.234. Cf. Il. 7.360=Il. 12.234, Il. 9.377, Il. 13.394, Il. 15.128, 724, Il. 16.403, Il. 17.470, Il. 18.311, Il. 19.137, Il. 24.201 : Od. 2.243, Od. 14.178, Od. 18.327.
In reference to distraction, rage or fury : φρεσὶ μαίνεται οὐκ ἀγαθῇσιν Il. 8.360. Cf. Il. 24.114 = 135.
To intoxication : οἶνός σʼ ἔχει φρένας Od. 18.331= Od. 18.391. Cf. Od. 9.362, 454, Od. 19.122, Od. 21.297.
- α
- a
- 3
Of spirit, courage, stoutness, resolution, endurance : οὐκ ἔστι βίη φρεσὶν οὐδέ τις ἀλκή Il. 3.45. Cf. Il. 13.55, Il. 17.499, 573, Il. 20.381, Il. 21.145 : Od. 1.89, Od. 3.76, Od. 6.140, Od. 17.238, Od. 19.347, Od. 22.298.
In reference to animals Il. 4.245 (of fawns), Il. 16.157 (of wolves).
- 4
Of anger, wrath, passion : μένεος φρένες πίμπλαντο Il. 1.103. Cf. Il. 2.241, Il. 16.61, Il. 19.127 : Od. 4.661, Od. 6.147.
- 5
- a
Of desire, longing, appetite : σίτου περὶ φρένας ἵμερος αἱρεῖ Il. 11.89. Cf. Il. 14.221, Il. 19.213 : Od. 2.34, Od. 6.180, Od. 15.111, Od. 17.355, Od. 21.157.
- b
Of the sexual impulse : οὔ πώ ποτέ μʼ ὧδέ γʼ ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψεν Il. 3.442. Cf. Il. 14.294.
- a
- 6
Of volition : τῷ (σοὶ) φρένας ἄφρονι πεῖθεν Il. 4.104, Il. 16.842, οὐ Διὸς βέομαι φρεσίν
(app., in company with . . ., i.e. at the will of Zeus) Il. 15.194. Cf. Il. 6.61, Il. 7.120=Il. 13.788, Il. 9.184, Il. 10.45, Il. 12.173, Il. 13.115, Il. 15.203, Il. 21.101, Il. 22.235: Od. 1.42, Od. 4.777, Od. 8.559, Od. 14.337, Od. 24.435, 465. - 7
Of feelings, emotions, moods, such as joy, grief, liking, hope, fear, reverence, regard, anxiety, solicitude, etc. : τί σε φρένας ἵκετο πένθος; Il. 1.362, φρένα τέρπετο
474, δείδοικα κατὰ φρένα μὴ . . . 555. Cf. Il. 1.107, Il. 5.493, Il. 6.285, 481, Il. 8.124, Il. 10.10, 46, 237, Il. 13.121, Il. 14.264, Il. 15.61, Il. 17.83, Il. 18.88, 430, Il. 19.19, Il. 20.23, Il. 21.583, Il. 24.105, etc. : τοῖσιν ἐνὶ φρεσὶν ἄλλα μεμήλει Od. 1.151, γόῳ φρένα τέρπομαι Od. 4.102, ὀδυνάων, αἵ μʼ ἐρέθουσι κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν 813, δέος ἐν φρεσὶ πίπτει Od. 14.88. Cf. Od. 4.825, Od. 5.74, Od. 6.65, 106, Od. 7.218, Od. 8.131, 154, Od. 11.195, Od. 13.362, Od. 17.174, Od. 18.324, Od. 19.471, Od. 21.157, Od. 24.233, etc. - 8
Of one’s character or disposition : φρεσίν οἱ ἄρτια ᾔδη Il. 5.326, φίλα φρεσὶ μήδεα εἰδώς Il. 17.325. Cf. Il. 2.213, 241, Il. 24.40, etc. : περὶ φρεσὶν αἴσιμα ᾔδη Od. 14.433 (περί
doubtless to be taken as adv. and φρεσίν as locative; lit. exceedingly in his heart). Cf. Od. 2.231= Od. 5.9, Od. 10.553, Od. 11.445, Od. 14.227, Od. 18.220, etc. - 9
As the seat of sleep Il. 10.139, Il. 14.165.
- 1
- IV
One’s inward self : μηδὲ φρεσὶν εἰρύσσαιτο (keep the knowledge to himself) Od. 16.459.
- a pl., midriff ὁ καρτερὸς Αἴας ἔπαξε διὰ φρενῶν λευρὸν ξίφος N. 7.26
- b
- α s., spirit, soul τίνα βάλλομεν ἐκ μαλθακᾶς αὖτε φρενὸς εὐκλέας ὀιστοὺς ἱέντες; O. 2.90 νέκταρ χυτόν, γλυκὺν καρπὸν φρενός (i. e. τὸν ὕμνον) O. 7.8 ὀρθᾷ διακρίνειν φρενὶ δυσπαλές O. 8.24 ἀνάγνωτέ μοι Ἀρχεστράτου παῖδα, πόθι φρενὸς ἐμᾶς γέγραπται O. 10.2 ἐλευθέρᾳ φρενὶ P. 2.57 αἰδοιότατον γέρας τεᾷ τοῦτο μειγνύμενον φρενί (i. e. τίν, φρονίμῳ ὄντι, Fennel) P. 5.19 ἀταρβεῖ φρενί P. 5.51 Μεσσανίου δὲ γέροντος δονηθεῖσα φρὴν βόασε παῖδα ὅν P. 6.36 γλυκεῖα δὲ φρὴν καὶ συμπόταισιν ὁμιλεῖν P. 6.52 πράσσει γὰρ ἔργῳ μὲν σθένος, βουλαῖσι δὲ φρήν (ὁ νοῦς Σ.) N. 1.27 (ῥῆμα) ὅ τι κε σὺν Χαρίτων τύχᾳ γλῶσσα φρενὸς ἐξέλοι βαθείας N. 4.8 Ζεῦ πάτερ, τῶν μὰν ἔραται φρενί, σιγᾷ οἱ στόμα N. 10.29 “ἔα, φρήν, κυπάρισσον, ἔα δὲ νομὸν Περιδάιον Pae. 4.50 ἐκ φρεν[ός (supp. Snell) Πα. 7A. 5. καλάμῳ συνάγεν θρόον μήδεσί τε φρενὸς ὑμετέραν χάριν Pae. 9.37 οὐ γὰρ ἔσθʼ ὅπως τὰ θεῶν βουλεύματʼ ἐρευνάσει βροτέᾳ φρενί fr. 61. 4. ]ασίᾳ φρενί fr. 173. 5. βροτεᾶν φρένα κράτιστον φρενῶν (sc. χρυσόν: conicias κέντρον, Snell) fr. 222. 3.
- β pl., wits, senses δαμέντα φρένας ἱμέρῳ O. 1.41 ἀμφὶ δʼ ἀνθρώπων φρασὶν ἀμπλακίαι κρέμανται O. 7.24 αἱ δὲ φρενῶν ταραχαὶ παρέπλαγξαν καὶ σοφόν O. 7.30 καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὸν ὁδὸν ἔξω φρενῶν (sc. λάθα) O. 7.47 σάφα δαεὶς ἅ τε οἱ πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν ἔχρεον O. 7.91 κουφότεραι γὰρ ἀπειράτων φρένες O. 8.61 κῆλα δὲ καὶ δαιμόνων θέλγει φρένας P. 1.12 μαινομέναις φρασὶν P. 2.26 ὁ δὲ Ῥαδάμανθυς εὖ πέπραγεν ὅτι φρενῶν ἔλαχε καρπὸν ἀμώμητον P. 2.73 ἀμπλακίαισι φρενῶν P. 3.13 θναταῖς φρασὶν (Boeckh: φρεσὶν codd.) P. 3.59 τὸν δʼ ἀμφέποντʼ αἰεὶ φρασὶν δαίμον ἀσκήσω P. 3.108 “τῶν δʼ ἐλάθοντο φρένες” P. 4.41 “Πελίαν ἄθεμιν λευκαῖς πιθήσαντα φρασὶν” P. 4.109 “ἐντὶ μὲν θνατῶν φρένες ὠκύτεραι κέρδος αἰνῆσαι” P. 4.139 αὐτὰν ἐν φρασὶ καιομέναν P. 4.219 “φόβῳ δʼ οὐ κεχείμανται φρένες” P. 9.32 καὶ γὰρ ἑτέροις ἑτέρων ἔρωτες ἔκνιξαν φρένας P. 10.60 οὐδέ μίν ποτε φόβος ἀνδροδάμας ἔπαυσεν ἀκμὰν φρενῶν N. 3.39 ἐν φρασὶ πάξαιθʼ ὅπως σφίσι μὴ κοίρανος μόλοι N. 3.62 σύνεσιν οὐκ ἀποβλάπτει φρενῶν (sc. Μοῖρα) N. 7.60 πατρὶ δʼ Ἀδράστοιο Λυγκεῖ τε φρενῶν καρπὸν εὐθείᾳ συνάρμοξεν δίκᾳ (experience, Fennel) N. 10.12 ὅτι φθονεραὶ θνατῶν φρένας ἀμφικρέμανται ἐλπίδες I. 2.43 εἴ τις ἀνδρῶν κατέχει φρασὶν αἰανῆ κόρον I. 3.2 πλαγίαις δὲ φρένεσσιν οὐχ ὁμῶς πάντα χρόνον θάλλων ὁμιλεῖ (sc. ὄλβος) I. 3.5 γλῶσσα δʼ οὐκ ἔξω φρενῶν (i. e. his words are at one with his thoughts) I. 6.72 τυφλα[ὶ γὰ]ρ ἀνδρῶν φρένες Πα. 7B. 18. ἀέξονται φρένας ἀμπελίνοις τόξοις δαμέντες fr. 124. 11.
- c soul of the dead θανόντων μὲν ἐνθάδʼ αὐτίκʼ ἀπάλαμνοι φρένες ποινὰς ἔτεισαν O. 2.58
- d fragg. ]έναν φρε[ν (supp. Lobel) fr. 169. 22. ]λισφρασι[ P. Oxy. 1792, fr. 4.
Strong 5424
chiefly in Hom. and Trag., but also in Plat., al., both sing. and pl.;
1. in physical sense, the parts about the heart, midriff.
2. heart, mind, thought: pl., I Co 14:20 (v. Edwards, Eng.-Gr. Lex., App., 1).†
- Iproperly = διάφραγμα, the midriff or muscle which parts the heart and lungs (viscera thoracis) from the lower viscera (abdominis), Aesch.; usually in pl., Arist., etc.
- IIin Hom., φρήν or φρένες the parts about the heart, the breast, Lat. praecordia, Il.; φρένες ἀμφιμέλαιναι Il.
- 2the heart, as the seat of the passions, Hom., etc.; ἐκ φρενός from oneʼs very heart, Aesch.; φῦσαι φρένας to produce a haughty spirit, Soph.
- 3the heart or mind, as the seat of thought, φρενὶ νοεῖν, ἐπίστασθαι Il., etc.; μετὰ φρεσὶ μερμηρίζειν Od.; κατὰ φρένα εἰδέναι, γνῶναι Il., etc.; κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, as in Lat. mens animusque, Il.;—hence men lose their φρένες, i. e. their wits, Od.; πλήγη φρένας ἃς πάρος εἶχεν Il.;—so, in Attic, φρενῶν ἀφεστάναι, ἐκστῆναι to be out of oneʼs wits, Soph., Eur.; ποῦ ποτʼ εἰ φρενῶν; satisne sanus es? Soph.; φρενῶν ἐπήβολος in possession of oneʼs senses, Soph.; ἔνδον φρενῶν Eur.; ἐξ ἄκρας φρενός, i. e. superficially, Aesch.
- 4of beasts, Il.
- 5will, purpose, Soph.
-
…ἡμετέρης ἐπιβήμεναι οὔ τι μεγαίρω. σήμερον εἰδήσεις · ἐθέλω δέ τοι ἤπιος εἶναι βουλῇ καὶ μύθοισι. σὺ δὲ φρεσὶ πάντʼ εὖ οἶδας · πρῶτος γάρ, Διὸς υἱέ, μετʼ ἀθανάτοισι θαάσσεις, ἠύς τε κρατερός τε · φιλεῖ…
NA, Homeric Hymns
-
…ἀνθρώποις χρηστήριον, οἱ δέ τοι αἰεὶ ἐνθάδʼ ἀγινήσουσι τεληέσσας ἑκατόμβας · ἀλλʼ ἔκ τοι ἐρέω, σὺ δʼ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσι, πημανέει σʼ αἰεὶ κτύπος ἵππων ὠκειάων ἀρδόμενοί τʼ οὐρῆες ἐμῶν ἱερῶν ἀπὸ πηγέων · ἔνθα τις ἀνθρώπων…
NA, Homeric Hymns
-
…ἵππους ἐξέλασε Τρώων μετʼ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς. δῶκε δὲ Δηϊπύλῳ ἑτάρῳ φίλῳ, ὃν περὶ πάσης τῖεν ὁμηλικίης ὅτι οἱ φρεσὶν ἄρτια ᾔδη, νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐλαυνέμεν · αὐτὰρ ὅ γʼ ἥρως ὧν ἵππων ἐπιβὰς ἔλαβʼ ἡνία σιγαλόεντα, αἶψα…
Homer, Iliad
-
…ἐλπίσιν κεναῖς πάρος ἐξῄρετʼ ἀνδρὸς τοῦδε, νῦν ὁρῶν νεκρὸν στόμια δέχηται τἀμὰ μηδὲ πρὸς βίαν ἐμοῦ κολαστοῦ προστυχὼν φύσῃ φρένας. καὶ δὴ τελεῖται τἀπʼ ἐμοῦ · τῷ γὰρ χρόνῳ νοῦν ἔσχον, ὥστε συμφέρειν τοῖς κρείσσοσιν. ὦ Ζεῦ…
Sophocles, Electra
-
…τε μήδεα, φαίδιμʼ Ὀδυσσεῦ, σή τʼ ἀγανοφροσύνη μελιηδέα θυμὸν ἀπηύρα. ὣς ἔφατʼ, αὐτὰρ ἐγώ γʼ ἔθελον φρεσὶ μερμηρίξας μητρὸς ἐμῆς ψυχὴν ἑλέειν κατατεθνηυίης. τρὶς μὲν ἐφωρμήθην, ἑλέειν τέ με θυμὸς ἀνώγει, τρὶς δέ μοι…
Homer, Odyssey
-
…· ἦρχε δὲ τοῖσιν ἐὺς πάις Ἀλκαίοιο κυδιόων λαοῖσι. πατὴρ δʼ ἀνδρῶν τε θεῶν τε ἄλλην μῆτιν ὕφαινε μετὰ φρεσίν, ὥς ῥα θεοῖσιν ἀνδράσι τʼ ἀλφηστῇσιν ἀρῆς ἀλκτῆρα φυτεύσαι. ὦρτο δʼ ἀπʼ Οὐλύμποιο δόλον φρεσὶ βυσσοδομεύων, ἱμείρων…
Hesiod, Shield of Heracles
-
…ἀνὰ οὐλαμὸν ἀνδρῶν · ἣ δʼ ἄμυδις στήσασα θεοὺς μετὰ μῦθον ἔειπε · φράζεσθον δὴ σφῶϊ Ποσείδαον καὶ Ἀθήνη ἐν φρεσὶν ὑμετέρῃσιν, ὅπως ἔσται τάδε ἔργα. Αἰνείας ὅδʼ ἔβη κεκορυθμένος αἴθοπι χαλκῷ ἀντία Πηλεΐωνος, ἀνῆκε δὲ Φοῖβος Ἀπόλλων…
Homer, Iliad
-
…τέλος θανάτοιο κάλυψεν ὀφθαλμοὺς ῥῖνάς θʼ · ὃ δὲ λὰξ ἐν στήθεσι βαίνων ἐκ χροὸς ἕλκε δόρυ, προτὶ δὲ φρένες αὐτῷ ἕποντο · τοῖο δʼ ἅμα ψυχήν τε καὶ ἔγχεος ἐξέρυσʼ αἰχμήν. Μυρμιδόνες δʼ αὐτοῦ σχέθον ἵππους φυσιόωντας ἱεμένους…
Homer, Iliad
-
…καὶ πρώτοισι μετὰ Τρώεσσι μάχεσθαι ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδʼ ἐμὸν αὐτοῦ. εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν · ἔσσεται ἦμαρ ὅτʼ ἄν ποτʼ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο. ἀλλʼ…
Homer, Iliad
-
…κῦμα φέρε τρηχεῖαν ἐπʼ ἀκτήν. ἔνθα κʼ ἀπὸ ῥινοὺς δρύφθη, σὺν δʼ ὀστέʼ ἀράχθη, εἰ μὴ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη · ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἐπεσσύμενος λάβε πέτρης, τῆς ἔχετο στενάχων, ἧος μέγα κῦμα…
Homer, Odyssey