ἀνήρ
ἀνήρ, ἀνήρ, ἀνδρός, ὁ, man
- man, opp. woman (ἄνθρωπος being man as opp. to beast), Il. 17.435, Od. 21.323; τῶν ἀνδρῶν ἄπαις without male children, Pl. Lg. 877e; in Hom. mostly of princes, leaders, etc., but also of free men; ἀ. δήμου one of the people, Il. 2.198, cf. Od. 17.352; with a qualifying word to indicate rank, ἀ. βουληφόρος Il. 2.61; ἀ. βασιλεύς Od. 24.253; ἡγήτορες ἄ. Il. 11.687.
- II man, opp. god, πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε ib. 1.544, al.; Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν ib. 334, cf. 403, Hdt. 5.63, etc.: most common in pl., yet sts. in sg., e.g. Il. 18.432:—freq. with a Noun added, βροτοί, θνητοὶ ἄ., Od. 5.197, 10.306; ἄ. ἡμίθεοι Il. 12.23; ἄ. ἥρωες ib. 5.746:—also of men, opp. monsters, Od. 21.303:—of men in societies and cities, οὔτε παρʼ ἀνδράσιν οὔτʼ ἐν ναυσὶ κοίλαις Pi. O. 6.10; and so prob., ἄλλοτε μέν τʼ ἐπὶ Κύνθου ἐβήσαο . ., ἄλλοτε δʼ ἂν νήσους τε καὶ ἀνέρας . . h.Ap. 142.
- III man, opp. youth, unless the context determines the meaning, as in οὔ πως ἔστι νεωτέρῳ ἀνδρὶ μάχεσθαι ἄνδρα γέροντα Od. 18.53; but ἀ. alone always means a man in the prime of life, esp. warrior, ἀ. ἕλεν ἄνδρα Il. 15.328; so ἀ. ἀντʼ ἀνδρὸς ἐλύθησαν Th. 2.103; the several ages are given as παῖς, μειράκιον, ἀ., πρεσβύτης X. Smp. 4.17; εἰς ἄνδρας ἐγγράφεσθαι, συντελεῖν, D. 19.230, Isoc. 12.212; εἰς ἄνδρας ἀναβῆναι BMus.Inscr. 898; in Inscrr. relating to contests, opp. παῖδες, IG 2(2).1138.10, etc.
- IV man emphatically, man indeed, ἀνέρες ἄστε, φίλοι Il. 5.529; freq. in Hdt., πολλοὶ μὲν ἄνθρωποι, ὀλίγοι δὲ ἄνδρες 7.210; πρόσθεν οὐκ ἀ. ὅδʼ ἦν; S. Aj. 77; ἄνδρα γίγνεσθαί σε χρή E. El. 693; ἀ. γεγένησαι διʼ ἐμέ Ar. Eq. 1255; ὃ μαθὼν ἀ. ἔσει Id. Nu. 823; ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺς πλεῖστα δυναμένους καταφαγεῖν Id. Ach. 77; εἰ ἄνδρες εἶεν οἱ στρατηγοί Th. 4.27; οὐκέτι ἀ. ἀλλὰ σκευοφόρος X. Cyr. 4.2.25; τὸν Λυκομήδην . . μόνον ἄνδρα ἡγοῦντο Id. HG 7.1.24; οὐκ ἐν ἀνδράσι not like a man, E. Alc. 723, cf. 732; ἀνδρὸς τὰ προσπίπτοντα γενναίως φέρειν ʼtis the part of a man . ., Men. 771, etc.
- V husband, Il. 19.291, Od. 24.196, Hdt. 1.146, etc.; εἰς ἀνδρὸς ὥραν ἡκούσης τῆς κόρης Pl. Criti. 113d; so ἐξοικιεῖν εἰς ἀνδρὸς [οἶκον] θυγατέρα Luc. Lex. 11:—also of a paramour, opp. πόσις, S. Tr. 551, cf. E. Hipp. 491, Theoc. 15.131; ἀ. ἁπασῶν τῶν γυναικῶν ἐστι νῦν Pherecr. 155; αἰγῶν ἄνερ Theoc. 8.49.
- VI Special usages:
- 1 joined with titles, professions, etc., ἰητρὸς ἀ. Il. 11.514; ἀ. μάντις, ἀ. στρατηγός, Hdt. 6.83, 92 (dub.); ἀ. νομεύς S. OT 1118; ἄνδρες λοχῖται, λῃσταί, ἀσπιστῆρες, ib. 751, 842, Aj. 565; esp. in disparagement, κλῶπες ἄ. E. Rh. 645; ἀ. δημότης S. Ant. 690; with names of nations, as Φοίνικες ἄ. Hdt. 4.42; ἀ. Θρῇξ E. Hec. 19, al.; esp. in addresses, ἄ. ἔφοροι Hdt. 9.9; ἄ. πολῖται S. OT 513; ἄ. δικασταί D. 21.1, etc.; ὦ ἄνδρες gentlemen of the jury, Antipho 1.1, Lys. 1.1, etc.; ὦ ἄ. Ἀθηναῖοι Id. 6.8, etc.: hence in Comedy, ἄ. ἰχθύες Archipp. 29; ἄ. θεοί Luc. JTr. 15; ὦ ἄ. κύνες Ath. 4.160b.
- 2 ὁ ἀνήρ, by crasis Att. ἁνήρ, Ion. ὡνήρ, is freq. used emphatically for αὐτός, ἐκεῖνος Ar. V. 269, prob. in Pl. Sph. 216b, etc.: sts. so in oblique cases without the Art., S. Tr. 55, 109, 293, etc.; but not in Prose.
- 3 ἀ. ὅδε, ὅδʼ ἀ., in Trag., = ἐγώ, S. Aj. 78, E. Alc. 690, etc.
- 4 πᾶς ἀ. every man, every one, freq. in Pl. Lg. 736c, al., cf. E. Or. 1523.
- 5 a man, any man, εἶτʼ ἄνδρα τῶν αὑτοῦ τι χρὴ προϊέναι; Ar. Nu. 1214; οὐ πρέπει νοῦν ἔχοντι ἀνδρί Pl. Phd. 114d, etc.; οὐ παντὸς ἀνδρὸς . . ἐσθʼ ὁ πλοῦς ʼtis not every one that can go, Nicol.Com. 1.26.
- 6 ὦ δαιμόνιʼ ἀνδρῶν Eup. 316; and often with a Sup., ὦ φίλτατʼ ἀνδρῶν Phryn.Com. 80, etc.
- 7 κατʼ ἄνδρα viritim, Isoc. 12.180, POxy. 1047 iii 11, BGU 145.5, etc.; so τοὺς κατʼ ἄνδρα individuals, opp. κοινῇ τὴν πόλιν, D.Chr. 32.6.
- 8 In LXX, ἀνήρ = ἕκαστος, δότε μοι ἀνὴρ ἐνώτιον Jd. 8.24; ἀ. τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ προσκολληθήσεται ‘each to his fellow’, of leviathanʼs scales, Jb. 41.8; also ἀ. εἷς 4 Ki. 6.2; with negs., ἀ. μὴ ἐπισκεπήτω ib. 10.19; ἀνὴρ ἀνήρ any one, Le. 15.2.
- 9 ἄνδρας γράφειν· τὸ ἐν διδασκάλου τὰ παιδία ὀνόματα γράφειν, Hsch.
- VII male animal, Arist. HA 637b15.
I op. γυνή
1 varón, hombre
(στήλη) ἥ τ' ἐπὶ τύμβῳ ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός
φῦλα γυναικῶν ... μετ' ἀνδράσι ναιετάουσιν
τῶν ἀνδρῶν ἄπαις
que no tiene hijos varonesὅτι ἀνὴρ καὶ οὐ γυνή (ἐγενόμην)
<ὡς> ὅταν καὶ τῷ ἄρρενι ἀνὴρ συνῇ
2 marido
ἀνέρι μητέρα δώσω
entregaré a mi madre a un maridoὡς εὖ μέμνητ' Ὀδυσῆος, ἀνδρὸς κουριδίου
ἆνερ (Andrómaca a Héctor muerto)
ἐξοικιεῖν ... εἰς ἀνδρὸς τὴν θυγατέρα
casar a la hija
• hombre como compañero o amante de una mujer, op. πόσις:
φοβοῦμαι μὴ πόσις μὲν Ἡρακλῆς ἐμὸς καλῆται, τῆς νεωτέρας δ' ἀνήρ
οὐ λόγων ... δεῖ σ' ἀλλὰ τἀνδρός
εἰς ἀνδρὸς ὥραν ἡκούσης τῆς κόρης
ἀνὴρ ἁπασῶν τῶν γυναικῶν
ἀνδρὶ συνοικεῖν
• de anim. macho
ὦ τράγε, τᾶν λευκᾶν αἰγῶν ἄνερ
3 hombre en sent. lato macho op. eunuco
ἀνήρ τε κοὐκ ἀνὴρ ... τὸ δὲ εὐνοῦχος
II
1 hombre mayor que παῖς en gener.
ἀ. δήμου
un hombre del puebloἀνὴρ ... ἄγεται ὑπὸ παιδός
ἀ. ... πώγωνος ἤδη ὑποπιμπλάμενος
ἔλαβον ... πεντήκοντα μὲν παῖδας, ἴσους δὲ ἄνδρας
• op. gradual
ὥσπερ γε παῖς γίγνεται καλός, οὕτω καὶ μειράκιον καὶ ἀνὴρ καὶ πρεσβύτης
εἰς ἄνδρας ἐγγράψαι
inscribir en la lista de los hombres adultosἐπειδὰν δ' εἰς ἄνδρας συντελῶσιν
cuando pertenecen a la categoría de los hombres adultosεἰς ἄνδρας ἀναβῆναι
• op. γυνή y παῖς:
ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων
2 como término de encomio hombre, valiente, bravo
ὦ φίλοι, ἀνέρες ἔστε
ὅτι πολλοὶ μὲν ἄνθρωποι εἶεν, ὀλίγοι δὲ ἄνδρες
πρόσθεν οὐκ ἀνὴρ ὅδ' ἦν;
ἄνδρα γίγνεσθαί σε χρή
εἰ ἄνδρες εἶεν οἱ στρατηγοί
δοκεῖ δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετήν
οὐκ ἐν ἀνδράσιν
• en el sent. de hombre importante, famoso
μέμνησ' ὅτι ἀνὴρ γεγένησαι δι' ἐμέ
ἀνὴρ γενήσομαι
ὃ μαθὼν ἀνὴρ ἔσει
οὐ κέτ' ἀνήρ ἐστιν, ἀλλὰ σκευοφόρος
νῦν σοι ἔξεστιν ... ἀνδρὶ γενέσθαι
ahora puedes llegar a ser un hombre famosoφήσας οὐκ ἀνθρώπων ἑαυτῷ δεῖν, ἀλλὰ ἀνδρῶν
III usos neutralizados (de varones y mujeres)
1 hombre op. θεός:
πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε
Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν
ἀνδρὶ δάμασσεν
me sometió a un mortal (cf. tb. βροτοὶ ἄ.
ἄ. θνητοί
• op. los Centauros Od.21.303.
2 hombre en cuanto establecido en sociedad ciudadano
ἄλλοτε δ' ἂν νήσους τε καὶ ἀνέρας ἠλάσκαζες
ἀκίνδυνοι δ' ἀρεταὶ οὔτε' παρ' ἀνδράσιν
3 en plu. habitantes
τ[ὰς οἰκίας καθαρὰς] ... ἀπὸ ἀπογραφῆς ἀνδρῶν
ἄ]νδρας ἐκ τ[οῦ πλ(είστου) ἐγλελοιπέναι
que los habitantes en su mayor parte se habían marchado
• en pap. ἄνδρες frecuentemente indica grupos de funcionarios, contribuyentes, etc. PEleph.10.5, PTeb.566.
IV usos semipronominales
1 c. valor indef.: c. tít. o profesiones
βουληφόρος ἀ.
βασιλεὺς ἀ.
ἡγήτορες ἄ.
ἡμίθεοι ἄ.
ἄ. ἥρωες
ἰητρὸς ἀ.
ἀ. μάντις
στρατηγὸς ἀ.
νομεὺς ἀ.
ἄ. λοχίται
ἄ. ἀσπιστῆρες
• en tono de menosprecio
τὸ γὰρ σὸν ὄμμα δεινὸν ἀνδρὶ δημότῃ
tu rostro intimida al simple ciudadanoκλῶπες ἄ.
• c. gentilicios
ἀπέπεμψε Φοίνικας ἄνδρας
ἀ. Θρῇξ
ἀ. Αἰθίωψ
• en discursos
ἄνδρες ἔφοροι
ἄ. πολῖται
ἄ. δικασταί
ὦ ἄ. Ἀθηναῖοι
ὦ ἄνδρες
ἄνδρες ἰχθύες
ἄ. θεοί
ἄ. κύνες
• en expresiones
ὦ δαιμόνι' ἀνδρῶν
ὦ φίλτατ' ἀνδρῶν
2 indef. equivaliendo a uno, cualquiera
πᾶς δ' ἀνήρ
cualquiera, todo el mundoεἶτ' ἄνδρα τῶν αὑτοῦ τι χρὴ προϊέναι;
¿entonces es necesario que uno sacrifique sus propios bienes?οὐ πρέπει νουν ἔχοντι ἀνδρί
οὐ παντὸς ἀνδρός ... ἐσθ' ὁ πλοῦς
el viaje ... no es para cualquiera
3 usos distrib.
ἀνὴρ ἀντ' ἀνδρὸς ἐλύθησαν
fueron liberados hombre por hombreκατ' ἄνδρα συμπαρατάττεσθαι
ser colocados uno al lado de otroτοὺς κατ' ἄνδρα
individualmente op. κοινῇ τὴν πόλινδότε μοι ἀνὴρ ἐνώτιον
dadme un pendiente cada unoἀνὴρ εἷς
cada unoἀνὴρ ἀνήρ
cada unoτὸ κατ' ἄνδρα
lista de hombres
4 usos deícticos ἀνὴρ ὅδε en trág., igual ἐγώ:
ἀνδρὸς τοῦδε
ἐχθρός γε τῷδε τἀνδρί
μὴ θνῇσχ' ὑπὲρ τοῦδ' ἀνδρός
•Forma c. prótesis vocálica de la raíz *ner ‘varón’, cf. arm. ayr, ai. nar-, osc. (gen. plu.) nerum, gal. ner ‘héroe’, lituan. nóras ‘voluntad’, ‘resolución’ y el n. propio lat. Nerō, tb. Nertobriga, Erunertus.
1. man, als geslacht:
2. alg. mens:
3. pregn. ‘echte man’, kerel:
4. spec. constr.
a. met lidw. in crasis, ter aanduiding van specifiek pers.
b. met
c. met specificatie van titel of functie;
1) im Ggstz des Weibes, γυνή, von Hom. an überall ; dah. ἀνδρῶν ἄπαις, ohne männliche Kinder, Plat. Legg. IX.877e. Bes. der freie Mann. In der Zusammenstellung beider Geschlechter die Att. ohne Verbindung ἄνδρες, γυναῖκες.
2) der Mensch im Ggstz der Götter, gew. im plur., πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, sehr oft vom Zeus. Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν Il. 1.384 ; dgl. auch Her. 5.68, 28. Im Gegensatz gegen die Kentauren Od. 21.303. Seltener u. nur bei Dichtern so im sing., z. V. Il. 13.321, 18.432 ; Soph. O.C. 578, Aj. 77. Häufig tritt die besondere Bezeichnung der Sterblichkeit hinzu, βροτὸς ἀνήρ, θνητός, auch ἄνδρες ἥρωες, auffallender ἄνδρες ἡμίθεοι Il. 12.23.
3) der erwachsene Mann, wie Xen. παῖς, μειράκιον, ἀνήρ, πρεσβύτης neben einander stellt, Symp. 4.17 ; παῖδες, ἔφηβοι, τελεῖοι ἄνδρες, γεραίτεροι od. οἱ ὑπὲρ τὰ στρατεύσιμα ἔτη γεγονότες Cyr. 1.2.4 ff Wo Hom. nicht den Zusatz νέος, ὁπλότερος u. ä., od. γέρων u. προγενέστερος macht, versteht er waffenfähige Männer, in der Il. meist den Krieger ; diese Bdtg bleibt auch bei den Historikern vorherrschend, ἄνδρας ἑλέσθαι, συλλέξαι, Mannschaft wählen, ausheben, u. bei Zahlenbestimmungen eines Heeres, wie unser : tausend Mann. Vgl. Plat. ἀνὴρ καὶ πώγωνος ἤδη ὑποπιμπλάμενος Prot. 309a ; ἀνὴρ δὲ γενόμενος Dem. 18.259, worauf εἰς τοὺς δημότας ἐγγράφεσθαι folgt, 261.
4) der Mann, mit Nachdruck gesagt, der rechte, tüchtige, tapfere Mann, ἀνέρες ἔστε, φίλοι Il. 8.174 ; im Ggstz von ἄνθρωπος, πολλοὶ ἄνθρωποι, ὀλίγοι ἄνδρες Her. 7.210 ; vgl. Xen. Hier. 7.3 ἄνδρες καὶ οὐκέτι ἄνθρωποι μόνον νομιζόμενοι, womit An. 1.7.4 zu vgl. Welche Eigenschaft bes. hervorzuheben ist, zeigt der Zusammenhang ; denn von Barbaren heißt es Ar. Ach. 77 ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺς πλεῖστα δυναμένους καταφαγεῖν καὶ πιεῖν. Bei Attikern oft : der Ehrenmann. Vgl. noch Soph. O.C. 393, Aj. 1217 ; οὐ λόγων δεῖ σʼ ἀλλὰ τἀνδρός Eur. Hipp. 491 ; πρὸς τάδʼ ἄνδρα γενέσθαι σε χρή El. 693 ; ἐτητύμως ἄνδρʼ ὄντα Heracl. 998 ; ὡς ἀληθῶς ὄντος ἀνδρός Plat. Lach. 188c ; οὐκέτι ἀνήρ, ἀλλὰ σκευοφόρος Xen. Cyr. 4.2.12 ; νῦν σοι ἔξεστιν ἀνδρὶ γενέσθαι, jetzt kannst du ein berühmter Mann werden, An. 7.1.21.
5) Ehemann, Gatte, Il. 19.291 ; ἀνέρι μητέρα δώσω, verheiraten, Od. 2.223 ; Her. 1.146 u. sonst öfter ; εἰς ἀνδρὸς ᾔει λέκτρα Eur. Or. 458 ; λέκτρων ἀνδρὸς ἐστερημένη Med. 286 ; εἰς ἀνδρὸς ἔρχεσθαι, vermählt werden, Alciphr. 3.41. Bei Soph. Tr. 531 bildet es den Ggstz vom rechtmäßigen Gemahl, πόσις, ein Beischläfer ; εἰς ἀνδρὸς ὥραν ἡ κούσης τῆς κόρης, mannbar werden, Plat. Critia.113d.
6) Sehr gewöhnlich ist bes. bei Attikern die Vrbdg mit anderen subst., die meistenteils adjektivischer Natur sind, bes. bei Völkernamen u. in Anreden, wo der Ausdruck ehrenvoller wird. Es steht in dieser Vrbdg nie der Artikel dabei, ἀνὴρ Πέρσης, ein Perser, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολῖται, στρατιῶται, ihr Herren Athener usw., vgl. κλῶπες Eur. Rhes. 645 ; μάντις, τύραννος Thuc. 6.85, 2.89 ; oft bei Plat. φιλόσοφος, τραγικός, μουσικός, ein Philosoph usw. So ist auch ἀνὴρ νεανίας, ein junger Mann, Xen. Cyr. 2.2.6 zu fassen ; vgl. Eur. El. 344. – Bei den Attikern tritt es auch oft zur Stütze zu einem adj., φίλος ἀνήρ, er ist mein Freund, Plat. Theaet. 162a ; σοφὸς γὰρ καὶ θεῖος ἀνήρ, er ist weise u. göttlich, Resp. 1.331e ; bes. so bei φίλος, ἐχθρός, δίκαιος u. ä. Bei Xen. steht οἱ ἄνδρες allein öfter geradezu für Feinde, z.B. An. 3.1.23. Ebenso steht es bei partle., ἀνὴρ ἐπιστάμενος, ἐρῶν, ein Wissender, ein Liebender, Plat. Phaed. 76b, Symp. 179 a.
7) Im Att. sowohl bei den Tragg., die in diesem Falle auch den Artikel weglassen, als in Prosa, wo wenigstens in den cas. obliq. der Artikel immer dabei steht, vertritt es nachdrücklich die Stelle des pronom.; schon Her. ἀνὴρ ὅδε für ἐγώ 1.108 ; vgl. Xen. An. 1.3.12 ; Plat. Gorg. 470d, Phaed. 58e ; ähnl. οὗτος ἀνήρ, der da ! Gorg. 467b ; πᾶς ἀνήρ, Jedermann, Eur. Or. 1528, u. öfter Plat.
In der Krasis mit dem Artikel ion. ὥνήρ, att. ἅνήρ, auch τἀνδρός usw. – Das α ist bei Hom. in den dreisilbigen Formen immer lang, ebenso ἆνερ in der Arsis Il. 24.725 ; wo bei att. Dichtern α lang ist, ist die Krasis mit dem Artikel anzunehmen ; in den Chören brauchen sie zuweilen die dreisilbigen Formen mit langem α.
(ᾶ), ἀνδρός, ὁ.
Genit. ἀνέρος Il. 3.61, Il. 5.649, etc.: Od. 1.161, 218, etc.
Dat. ἀνέρι Il. 16.516, 716, etc.: Od. 1.292, Od. 2.223, etc.
Acc. ἀνέρα Il. 13.131, Il. 16.215, etc.
Voc. ἆνερ Il. 24.725.
Nom. dual ἀνέρε Il. 12.421, 447, etc.
Acc. ἀνέρε Il. 11.328.
Nom. pl. ἀνέρες Il. 2.1, 604, etc. : Od. 1.176, Od. 3.471, etc.
Dat. ἄνδρεσσι Il. 5.546, 874, etc.: Od. 1.358, Od. 10.120, etc.
Acc. ἀνέρας Il. 1.262, Il. 2.554, etc.: Od. 11.630, Od. 13.261, etc.
- 1
- a
A man in general: ἄναξ ἀνδρῶν Il. 1.7, περὶ ἀνδρῶν (beyond all men) Il. 21.215. Cf. Il. 2.198, Il. 3.429, Il. 5.37, Il. 9.197, etc.: ἄνδρα μοι ἔννεπε Od. 1.1, ἄνδρες ἂψ ἐγένοντο Od. 10.395. Cf. Od. 2.91, Od. 4.363, Od. 8.223, Od. 9.494, etc.
- b
Mankind, man: ὀϊζυρώτερον ἀνδρός Il. 17.446.
- c
Quasi-pronominal = one, anyone: ὅσσον ἀ. ἴδεν Il. 5.770. Cf. Il. 4.539, Il. 19.183, Il. 20.97, etc.: νεμεσσήσαιτό κεν ἀ. Od. 1.228. Cf. Od. 3.231, Od. 8.139, Od. 15.400, etc.
- d
With a qualifying sb.: ἀ. βουληφόρος (a councillor) Il. 1.144, αἰπόλοι ἄνδρες (goatherds) Il. 2.474. Cf. Il. 3.170, Il. 4.187, Il. 6.315, Il. 9.524, etc.: ἀοιδὸς ἀ. Il. 20.267. Cf. Od. 8.584, Od. 9.126, Od. 14.102, Od. 15.427, etc.
- e
With a proper name (cf. φώς 2): ἀνέρος λαομέδοντος Il. 5.649. Cf. Il. 11.92: Od. 7.22.
- f
With ethnic words: Σίντιες ἄνδρες (the Sintians) Il. 1.594. Cf. Il. 3.6, Il. 5.779, Il. 10.487, etc.: Φοῖνιξ ἀ. (a Phoenician) Od. 14.288. Cf. Od. 3.31, Od. 6.3, Od. 14.263, etc.
- a
- 2
Specifically.
- a
A man as distinguished from a woman: πόλεμος ἄνδρεσσι μελήσει Il. 6.492. Cf. Il. 7.139, Il. 9.134, Il. 24.707, etc.: Od. 1.358, Od. 4.142, Od. 7.74, etc.
- b
A husband Il. 3.140, Il. 14.504, Il. 19.295, etc.: Od. 1.292, Od. 6.181, Od. 7.68, etc.
- c
A man as distigusihed from a god: Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν Il. 1.334. Cf. Il. 1.544, Il. 5.128, Il. 13.632, etc.: Ἀθήνη ἀνδρὶ ἐϊκυῖα Od. 8.194. Cf. Od. 1.28, Od. 13.112, Od. 16.265, etc.
Sim. ἡμιθέων ἀνδρῶν Il. 12.22.
With words indicative of mortality: βροτός Il. 5.361, Il. 18.85, etc.: Od. 4.397, Od. 5.129, etc.– θνητός Il. 10.403, Il. 16.441, etc.: Od. 10.306, Od. 16.196.– καταθνητός Il. 10.441.
- d
A man as distinguished from a youth: ἤδη ἀ. [ἐστιν] Od. 19.160. Cf. Od. 11.449.
- e
With words indicative of youthfulness, a youth: νέου ἀνδρός Il. 23.589. Cf. Il. 3.108: Od. 2.188, Od. 3.24, Od. 14.524, Od. 21.310, etc.
- f
A man in the full sense of the term: ἀνέρες ἔστε (quit you like men) Il. 5.529, Il. 6.112, Od. 8.174, Il. 15.561, etc.
- a
- 1man
- 1 man in his prime.
- a παίζομεν φίλαν ἄνδρες ἀμφὶ θαμὰ τράπεζαν O. 1.17 ἀγῶνα νέμειν ἀνδρῶν τʼ ἀρετᾶς πέρι καὶ — διφρηλασίας O. 3.37 “φύονται δὲ καὶ νέοις ἐν ἀνδράσιν πολιαὶ” O. 4.26 ἀκίνδυνοι δʼ ἀρεταὶ οὔτε παρʼ ἀνδράσιν οὔτʼ ἐν ναυσὶ κοίλαις τίμιαι O. 6.10 ἀνδράσιν αἰχματαῖσι πλέκων ποικίλον ὕμνον (τῷ τε Ἁγησίᾳ καὶ τοῖς τούτου προγόνοις. Σ.) O. 6.86 ἀεθλοφόροις ἀνδράσιν O. 7.8 τὰν δʼ ἔπειτʼ ἀνδρῶν μάχας ἐκ παγκρατίου O. 8.58 Ἄργει τʼ ἔσχεθε κῦδος ἀνδρῶν, παῖς δʼ ἐν Ἀθάναις O. 9.88 νέων οὐλίαις αἰχμαῖσιν ἀνδρῶν O. 13.23 ἐν ἱπποσόαισιν ἄνδρεσσι μαρνάμενον (Hermann: ἀνδράσι codd.) P. 2.65 “ἀνδρὸς αἰδοίου” P. 4.29 δέδεξαι τόνδε κῶμον ἀνέρων P. 5.22 δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες οἰχνέοντές σφε δωροφόροι P. 5.86 τὰν μάλα πολλοὶ ἀριστῆες ἀνδρῶν αἴτεον σύγγονοι, πολλοὶ δὲ καὶ ξείνων P. 9.107 ἁρμόζων κόρᾳ νυμφίον ἄνδρα (i. e. husband) P. 9.118 Ἱπποκλέᾳ θέλοντες ἀγαγεῖν ἐπικωμίαν ἀνδρῶν κλυτὰν ὄπα P. 10.6 κοιναὶ γὰρ ἔρχοντʼ ἐλπίδες πολυπόνων ἀνδρῶν N. 1.33 ἐν παισὶ νέοισι παῖς, ἐν ἀνδράσιν ἀνήρ, τρίτον ἐν παλαιτέροισι N. 3.72 ἐπαοιδαῖς δʼ ἀνὴρ νώδυνον καί τις κάματον θῆκεν N. 8.49 νέαισί θʼ ἑορταῖς ἰσχύος τʼ ἀνδρῶν ἁμίλλαις N. 9.12 ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν N. 9.18 ἐντί τοι φίλιπποί τʼ αὐτόθι ἄνδρες N. 9.33 ποτὶ δυσμενέων ἀνδρῶν στίχας N. 9.38 ἐν Κέῳ ἀμφιρύτᾳ σὺν ποντίοις ἀνδράσιν I. 1.9 τραχεῖα νιφὰς πολέμοιο τεσσάρων ἀνδρῶν ἐρήμωσεν μάκαιραν ἑστίαν I. 4.17 ἀναρίθμων ἀνδρῶν χαλαζάεντι φόνῳ I. 5.50 θάλλοντος ἀνδρῶν ὡς ὅτε συμποσίου I. 6.1 περικτίονας ἐνίκασε ἄνδρας I. 8.65 κεἴ μοί τινʼ ἄνδρα τῶν θανόντων fr. 4. Σπαρτῶν ἱερὸν γένος ἀνδρῶν fr. 29. 2. ἀλκαὶ δὲ τεῖχος ἀνδρῶν [ὕψιστον ἵστατ]αι Pae. 2.37 χρὴ δʼ ἄνδρα τοκεῦσιν φέρειν βαθύδοξον αἶσαν Pae. 2.57 ψοφὸν ἀιὼν Κασταλίας ὀρφανὸν ἀνδρῶν χορεύσιος ἦλθον Pae. 6.9 Ἀλαλά ᾇ θύεται ἄνδρες ὑπὲρ πόλιος fr. 78. 3. (ψυχὰς) ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ καὶ μέγιστοι ἄνδρες αὔξοντʼ fr. 133. 5. πέφνε δὲ τρεῖς καὶ δέκʼ ἄνδρας fr. 135. νέων ἀνδρῶν ἀριστεύοισιν αἰχμαί fr. 199. 2. ἄγαν φιλοτιμίαν μνώμενοι ἐν πόλεσιν ἄνδρες (fort. non omnia haec sunt Pindari, nott. Wil.) fr. 210. νικώμενοι γὰρ ἄνδρες ἀγρυξίᾳ δέδενται fr. 229. ὦ Συράκοσαι, ἀνδρῶν ἵππων τε σιδαροχαρμᾶν δαιμόνιαι τροφοί P. 2.2 ἄνδρεσσι καὶ γυναιξὶ P. 5.64 ἀνδρὸς δʼ οὔτε γυναικὸς Παρθ. 2. 36. ἄνδρες θήν τινες ἀκκιζόμενοι νεκρὸν ἵππον στυγέοισι (oxymoron intell. Schr.) fr. 203. 1.
- b specifically, men or heroes τὸ καὶ ἀνδρὶ κώμου δεσπότᾳ πάρεστι Συρακοσίῳ Hagesias O. 6.18 ἵκωμαί τε πρὸς ἀνδρῶν καὶ γένος Iamidai O. 6.24 εὐθυμάχαν πελώριον ἄνδρα Diagoras O. 7.15 τεθμὸν Ὀλυμπιονίκαν ἄνδρα τε Diagoras O. 7.89 ἀνδρὸς ἀμφὶ παλαίσμασιν Epharmostos O. 9.13 ὑπέρφατον ἄνδρα μορφᾷ τε καὶ ἔργοισι Opous O. 9.65 ἄνδρα δʼ ἐγὼ κεῖνον αἰνῆσαι μενοινῶν Hieron P. 1.42 ἀνὴρ ἐξαίρετον ἕλε μόχθον Ixion P. 2.29 ἄιδρις ἀνήρ (Ixion = ἥρως v. 31) P. 2.37 σάμερον μὲν χρή σε παρʼ ἀνδρὶ φίλῳ στᾶμεν Arkesilas P. 4.1 ἀνὴρ ἔκπαγλος Jason P. 4.79 ἀνὴρ συγγενέσιν παρεκοινᾶθ Jason P. 4.132 γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν Jason P. 4.123 δοιοὶ δʼ ὑψιχαῖται ἀνέρες Euphamos and Periklymenos P. 4.173 Ζήταν Κάλαίν τε ἄνδρας πτεροῖσιν νῶτα πεφρίκοντας P. 4.182 βιατὰς ἀνὴρ Jason P. 4.236 καρτερὸν ἄνδρα Jason P. 4.239 ἄνδρα κεῖνον ἐπαινέοντι συνετοί Arkesilas P. 5.107 ὁ θεῖος ἀνὴρ Antilochos P. 6.38 Τελεσικράτη γεγωνεῖν ὄλβιον ἄνδρα διωξίππου στεφάνωμα Κυράνας P. 9.4 ἐς ἀνδρῶν μακάρων ὅμιλον Hyperboreans P. 10.46 ἐκ τούτων φίλον ἄνδρα πόνων ἐρρύσατο Perseus P. 12.18 ἔσταν δʼ ἐπʼ αὐλείαις θύραις ἀνδρὸς φιλοξείνου Chromios N. 1.20 καὶ ὅδʼ ἀνὴρ καταβολὰν ἱερῶν ἀγώνων νικαφορίας δέδεκται πρῶτον Timodemos N. 2.3 καί τις ἄνδρας ἀλκίμους δαίμων ἀπʼ Οἰνώνας ἔλασεν Peleus and Telamon N. 5.15 φίλον ἐς ἄνδρʼ ἄγων κλέος ἐτήτυμον Thearion? N. 7.62 ἄνδρα δʼ ἐγὼ μακαρίζω μὲν πατέρʼ Ἀρκεσίλαν Aristagoras N. 11.11 τοῦδʼ ἀνδρὸς ἐν τιμαῖσιν Herodotos I. 1.34 εὐάρματον ἄνδρα γεραίρων Xenokrates I. 2.17 ἦλθʼ ἀνὴρ τὰν πυροφόρον Λιβύαν υἱὸς Ἀλκμήνας Herakles v. Fraenkel on Agam. 719. I. 4.53 λευκωθεὶς κάρα μύρτοῖς ὅδʼ ἀνὴρ Melissos I. 4.70 κλυταῖς ἀνδρὸς φίλου ἐφετμαῖς Lampon I. 6.18 “λίσσομαι παῖδα θρασύν ἐξ Ἐριβοίας ἀνδρὶ τῷδε τελέσαι” Telamon I. 6.46 φαίης κέ νιν ἄνδρʼ ἐν ἀεθληταῖσιν ἔμμεν Ναξίαν πέτραις ἐν ἄλλαις χαλκοδάμαντʼ ἀκόναν Lampon (ἀνδράσιν ἀεθληταῖσιν coni. Heyne) I. 6.72 “ὑπὸ σπλάγχ[νοις] φέροισα τόνδʼ ἀνέρʼ” Paris. Πα. 8A. 19. ]τῶνδʼ ἀνδρῶν ἕνεκεν μερίμνας σώφρονος Aioladas and Pagondas. Παρθ. 2. 63. Πολυμνάστου Κολοφωνίου ἀνδρός fr. 188.
- 2 generally = ἄνθρωπος.
- a ῥοαὶ δʼ ἄλλοτʼ ἄλλαι ἐς ἄνδρας ἔβαν O. 2.34 αἵ γε μὲν ἀνδρῶν κυλίνδοντʼ ἐλπίδες O. 12.5 ὄλβος οὐκ ἐς μακρὸν ἀνδρῶν ἔρχεται P. 3.105 τὰ δὲ καὶ ἀνδράσιν ἐμπρέπει P. 8.28 λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν καὶ μείλιχος αἰών P. 8.97 καί τινα σὺν πλαγίῳ ἀνδρῶν κόρῳ στείχοντα τὸν ἐχθρότατον φᾶσέ νιν δώσειν μόρῳ (ἀνδρῶν cum τινα Σ: “ἀνδρῶν γιγάντων intellego” Schr.: v. Radt, Mnem., 1966, 169f.) N. 1.65 (ἄρουραι) βίον ἀνδράσιν ἐπηετανὸν ἐκ πεδίων ἔδοσαν (Hermann: ἄνδρεσσιν codd.) N. 6.10 παροιχομένων γὰρ ἀνέρων ἀοιδαὶ καὶ λόγοι τὰ καλά σφιν ἔργʼ ἐκόμισαν N. 6.29 τυφλὸν δʼ ἔχει ἦτορ ὅμιλος ἀνδρῶν ὁ πλεῖστος N. 7.24 ἀρετὰ ἐν σοφοῖς ἀνδρῶν ἀερθεῖσʼ ἐν δικαίοις τε πρὸς ὑγρὸν αἰθέρα N. 8.41 ἀρχαῖαι δʼ ἀρεταὶ ἀμφέροντʼ ἀλλασσόμεναι γενεαῖς ἀνδρῶν σθένος N. 11.38 “χρήματα χρήματʼ ἀνήρ” I. 2.11 εἴ τις ἀνδρῶν κατέχει φρασὶν αἰανῆ κόρον I. 3.1 ἀνδρῶν δʼ ἀρετὰν σύμφυτον οὐ κατελέγχει (i. e. τῶν προγόνων) I. 3.13 οὔτοι τετύφλωται μακρὸς μόχθος ἀνδρῶν I. 5.57 δόλιος γὰρ αἰὼν ἐπʼ ἀνδράσι κρέμαται I. 8.14 τυφλα[ὶ γὰ]ρ ἀνδρῶν φρένες, ὅστις Πα. 7B. 18. ἔθηκας ἀμάχανον ἰσχύν τʼ ἀνδράσι καὶ σοφίας ὁδόν Pae. 9.4 ἀνδρῶν νέον ἐξ ἀρχᾶς γένος Pae. 9.20 ἐπιχθόνιον γένος ἀνδρῶν (v. l. ἀνθρώπων) fr. 213. 3. σφετέραν δʼ αἰνεῖ δίκαν ἀνδρῶν ἕκαστος fr. 215. 3.
- b contrasted with the gods ἔστι δʼ ἀνδρὶ φάμεν ἐοικὸς ἀμφὶ δαιμόνων καλά O. 1.35 εἰ δὲ δή τινʼ ἄνδρα θνατὸν Ὀλύμπου σκοποὶ ἐτίμασαν O. 1.54 εἰ δὲ θεὸν ἀνήρ τις ἔλπεται λαθέμεν O. 1.64 προῆκαν υἱὸν ἀθάνατοι μετὰ τὸ ταχύποτμον αὖτις ἀνέρων ἔθνος O. 1.66 τίνα θεόν, τίνʼ ἥρωα, τίνα δʼ ἄνδρα κελαδήσομεν; O. 2.2 ἄνεται δὲ πρὸς χάριν εὐσεβίας ἀνδρῶν λιταῖς O. 8.8 ἀγαθοὶ δὲ καὶ σοφοὶ κατὰ δαίμονʼ ἄνδρες ἐγένοντʼ O. 9.28 τόνδʼ ἀνέρα δαιμονίᾳ γεγάμεν O. 9.110 cf. O. 10.22, O. 11.10 τάμιʼ ἀνδράσι πλούτου O. 13.7 πολλὰ δʼ ἐν καρδίαις ἀνδρῶν ἔβαλον ὧραι O. 13.16 οὔτʼ ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτʼ ἐν θεῶν νόμοις P. 2.43 (Χίρωνα) νόον ἔχοντʼ ἀνδρῶν φίλον P. 3.5 “θεῷ ἀνέρι εἰδομένῳ” P. 4.21 μάκαρ μὲν ἀνδρῶν μέτα ἔναιεν, ἥρως δʼ ἔπειτα λαοσεβής sc. Battos P. 5.94 Διός τοι νόος μέγας κυβερνᾷ δαίμονʼ ἀνδρῶν φίλων P. 5.123 τὰ δʼ οὐκ ἐπʼ ἀνδράσι κεῖται· δαίμων δὲ παρίσχει P. 8.76 θήσονταί τέ νιν ἀθάνατον ἀνδράσι χάρμα φίλοις P. 9.64 θεὸς εἴη ἀπήμων κέαρ· εὐδαίμων δὲ καὶ ὑμνητὸς οὗτος ἀνὴρ γίνεται σοφοῖς, ὃς P. 10.22 ἀθάνατων ἀνδρῶν τε σὺν εὐμενίᾳ P. 12.4 κείνου σὺν ἀνδρὸς δαιμονίαις ἀρεταῖς N. 1.9 ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος N. 6.1 μάλα μὲν ἀνδρῶν δικαίων περικαδόμενοι (sc. Διόσκουροι). καὶ μὰν θεῶν πιστὸν γένος N. 10.54 κρίνεται δʼ ἀλκὰ διὰ δαίμονας ἀνδρῶν I. 5.11 ἴσον μὲν θεὸν ἄνδρα τε φίλον (<θεῷ> supp. Heyne: sc. ὑποτρέσαι) fr. 224. ὁπόταν θεὸς ἀνδρὶ χάρμα πέμψῃ fr. 225. ]Ἀπόλλωνι μὲν θ[εῶν] ἀτὰρ ἀνδρῶν Ἐχεκ[ρά]τει ?fr. 333a. 5.
- 3 generally, a man, anyone ὁ μὰν πλοῦτος ἐτυμώτατον ἀνδρὶ φέγγος O. 2.56 αὐδάσομαι τεκεῖν μή τινʼ πόλιν ἄνδρα μᾶλλον εὐεργέταν O. 2.93 τοῦτο δʼ ἀμάχανον εὑρεῖν, ὅτι φέρτατον ἀνδρὶ τυχεῖν O. 7.26 κεῖνος ἂν εἴποι τίς τρόπος ἄνδρα προβάσει O. 8.63 Ἀίδα τοι λάθεται ἄρμενα πράξαις ἀνήρ O. 8.73 θάξαις δέ κε φύντʼ ἀρετᾷ ποτὶ πελώριον ὁρμάσαι κλέος ἀνὴρ θεοῦ σὺν παλάμᾳ O. 10.21 ὅταν εἰς Ἀίδα σταθμὸν ἀνὴρ ἵκηται O. 10.93 ἐκ θεοῦ δʼ ἀνὴρ σοφαῖς ἀνθεῖ πραπίδεσσιν ὁμοίως O. 11.10 ἀμφοτέροισι δʼ ἀνὴρ ὃς ἂν ἐγκύρσῃ καὶ ἕλῃ, στέφανον ὕψιστον δέδεκται P. 1.99 ἄνδρʼ ἐκ θανάτου κομίσαι ἤδη ἁλωκότα P. 3.56 οὕτω κʼ ἀνδρὶ παρμονίμαν θάλλοισαν εὐδαιμονίαν P. 7.20 οὐδʼ ἀλλοτρίων ἔρωτες ἀνδρὶ φέρειν κρέσσονες N. 3.30 φθονερὰ δʼ ἄλλος ἀνὴρ βλέπων γνώμαν κενεὰν σκότῳ κυλίνδει N. 4.39 ἵνα κρεῶν νιν ὕπερ μάχας ἔλασεν ἀντιτυχόντʼ ἀνὴρ μαχαίρᾳ N. 7.42 εἰ δὲ γεύεται ἀνδρὸς ἀνήρ τι N. 7.87 κρέσσων δὲ καππαύει δίκαν τὰν πρόσθεν ἀνήρ N. 9.15 χρὴ δʼ ἀγαθὰν ἐλπίδʼ ἀνδρὶ μέλειν I. 8.15 καὶ συγγένειʼ ἀνδρὶ φ[ ]στέρξαι Pae. 4.33 τί ἔλπεαι σοφίαν ἔμμεν, ἃν ὀλίγον τοι ἀνὴρ ὑπὲρ ἀνδρὸς ἴσχει; fr. 61. 2. παντὶ δʼ ἐπὶ φθόνος ἀνδρὶ κεῖται ἀρετᾶς Παρθ. 1. 8. πολύ τοι φέριστον ἀνδρὶ τερπνὸς αἰών fr. 126. 2.
- 4 where the accompanying adj. or subs. bears the emphasis.
- a c. subs. ἄνδρας ὀλέσαις μναστῆρας O. 1.79 μάτρωες ἄνδρες O. 6.77 μάντιες ἄνδρες O. 8.2 ἁγητὴρ ἀνὴρ P. 1.69 ὥσπερ κυβερνάτας ἀνὴρ P. 1.91 ἅτε μάντις ἀνήρ I. 6.51 cf. P. 9.118
- b c. adj. οὐ δίκᾳ συναντόμενος ἀλλὰ μαργῶν ὑπʼ ἀνδρῶν O. 2.96 Αἰτωλὸς ἀνὴρ O. 3.12 τίνα κεν φύγοι ὕμνον κεῖνος ἀνήρ O. 6.7 ἀνδρῶν Ἀρκάδων O. 6.34 ἐπὶ προτέρων ἀνδρῶν O. 7.72 ναυσιφορήτοις δʼ ἀνδράσι P. 1.33 πολεμίων ἀνδρῶν καμόντων P. 1.80 ἀποιχομένων ἀνδρῶν δίαιταν P. 1.93 εὐθύγλωσσος ἀνὴρ προφέρει P. 2.86 ἐσλοῖσι ἀνδράσιν P. 3.66 Λακεδαιμονίων ἀνδρῶν P. 4.257 βροτήσιος ἀνὴρ P. 5.3 ἀλλά νιν εὑροῖσʼ ἀνδράσι θνατοῖς ἔχειν P. 12.22 ὃς δὲ διδάκτʼ ἔχει, ψεφεννὸς ἀνὴρ ἄλλοτʼ ἄλλα πνέων N. 3.41 Ἀχαιὸς οὐ μέμψεταί μʼ ἀνὴρ N. 7.64 χρεῖαι δὲ παντοῖαι φίλων ἀνδρῶν N. 8.42 καὶ Κλεωναίων πρὸς ἀνδρῶν N. 10.42 κούφα δόσις ἀνδρὶ σοφῷ ξυνὸν ὀρθῶσαι καλόν I. 1.45 τὸ τεὸν δʼ ἀνδρῶν Ἀχαιῶν ἐν Φυλάκᾳ τέμενος συμβάλλομαι I. 1.58 εἴ τις εὐδόξων ἐς ἀνδρῶν ἄγοι τιμὰς Ἑλικωνιάδων I. 2.34 καὶ κρέσσονʼ ἀνδρῶν χειρόνων ἔσφαλε τέχνα καταμάρψαισ I. 4.34 [ἀνδ]ρὶ σοφῷ (supp. Lobel.) Πα. 18. 3. ἀνδρῶν δικαίων fr. 159. κενεοφρόνων ἑταῖρον ἀνδρῶν fr. 212.
- c c. τις, ἄλλος τις. ἀντεβόλησεν τῶν ἀνὴρ θνατὸς οὔπω τις πρότερον O. 13.31 εἰ σοφός, εἰ καλός, εἴ τις ἀγλαὸς ἀνήρ O. 14.7 ἄλλοις δέ τις ἐτέλεσσεν ἄλλος ἀνὴρ εὐαχέα βασιλεῦσιν ὕμνον P. 2.13 κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει P. 9.87
- 5 frag. ]φυγον ἄνδρα[ Pae. 12.22 ]ἔτι δʼ ἄνδρ[ Pae. 21.21 κἀ]νδρῶν (supp. Snell.) Δ. 4. e. 4. ]ἀλαον ἀνδρὸς λ[ fr. 173. 3.
Strong 435
a man, Lat.
1. As opp. to a woman, Ac 8:12, I Ti 2:12; as a husband, Mt 1:16, Jo 4:16, Ro 7:2, Tit 1:6.
2. As opp. to a boy or infant, I Co 13:11, Eph 4:13, Ja 3:2.
3. In appos. with a noun or adj., as ἀ. ἁμαρτωλός, Lk 5:8; ἀ. προφήτης, 24:19; freq. in terms of address, as ἀ. ἀδελφοί, Ac 1:16; and esp. with gentilic names, as ἀ. Ἰουδαῖος, Ac 22:3; ἀ. Ἐφέσιοι, 19:35.
4. In general, a man, a male person: = τις, Lk 8:41, Ac 6:11.
- a man, Lat. vir (not homo):
- Ia man, opp. to a woman, Hom., etc.
- IIa man, opp. to a god, πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε Hom.
- IIIa man, opp. to a youth, a man in the prime of life, Hom., etc.; εἰς ἄνδρας ἐγγράφεσθαι to be enrolled among the men, Dem.
- IVa man emphatically, a man indeed, ἀνέρες ἔστε, φίλοι Il.; πολλοὶ μὲν ἄνθρωποι, ὀλίγοι δὲ ἄνδρες many human beings, but few men, Hdt.
- Va man, opp. to his wife, a husband, Hom., etc.; αἰγῶν ἄνερ, Virgilʼs vir gregis, Theocr.
-
…· ἡμεῖς γὰρ ἔτι νέοι ὥστε τοσοῦτον πρᾶγμα διελέσθαι. νῦν μέντοι, ὥσπερ ὡρμήσαμεν, ἴωμεν καὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἀνδρός, ἔπειτα ἀκούσαντες καὶ ἄλλοις ἀνακοινωσώμεθα · καὶ γὰρ οὐ μόνος Πρωταγόρας αὐτόθι ἐστίν, ἀλλὰ καὶ Ἱππίας ὁ Ἠλεῖος…
Plato, Protagoras
-
…, μηδὲν ὑπολογιζόμενον μήτε θάνατον μήτε ἄλλο μηδὲν πρὸ τοῦ αἰσχροῦ. ἐγὼ οὖν δεινὰ ἂν εἴην εἰργασμένος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ ὅτε μέν με οἱ ἄρχοντες ἔταττον, οὓς ὑμεῖς εἵλεσθε ἄρχειν μου, καὶ ἐν Ποτειδαίᾳ καὶ…
Plato, Apology
-
…τε καὶ ἐπιβουλαί. ἐγὼ δὲ τὴν σοφιστικὴν τέχνην φημὶ μὲν εἶναι παλαιάν, τοὺς δὲ μεταχειριζομένους αὐτὴν τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν, φοβουμένους τὸ ἐπαχθὲς αὐτῆς, πρόσχημα ποιεῖσθαι καὶ προκαλύπτεσθαι, τοὺς μὲν ποίησιν, οἷον Ὅμηρόν τε καὶ Ἡσίοδον…
Plato, Protagoras
-
…ὀνόμασιν πιστεύω γὰρ δίκαια εἶναι ἃ λέγω καὶ μηδεὶς ὑμῶν προσδοκησάτω ἄλλως · οὐδὲ γὰρ ἂν δήπου πρέποι, ὦ ἄνδρες, τῇδε τῇ ἡλικίᾳ ὥσπερ μειρακίῳ πλάττοντι λόγους εἰς ὑμᾶς εἰσιέναι. καὶ μέντοι καὶ πάνυ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι…
Plato, Apology
-
…ὀνόματι γὰρ οὐδὲν δέομαι λέγειν, ἦν δέ τις τῶν πολιτικῶν πρὸς ὃν ἐγὼ σκοπῶν τοιοῦτόν τι ἔπαθον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ διαλεγόμενος αὐτῷ ἔδοξέ μοι οὗτος ὁ ἀνὴρ δοκεῖν μὲν εἶναι σοφὸς ἄλλοις τε πολλοῖς ἀνθρώποις καὶ μάλιστα…
Plato, Apology
-
…εἰρήνην λεγομένην, τῷ δʼ ἔργῳ τὴν δημοκρατίαν καταλυομένην, οὐκ ἔφασαν ἐπιτρέψειν ταῦτα γενέσθαι, οὐκ ἐλεοῦντες, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ τείχη, εἰ πεσεῖται, οὐδὲ κηδόμενοι τῶν νεῶν, εἰ Λακεδαιμονίοις παραδοθήσονται οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς τούτων…
Lysias, Speeches
-
…μὴν ἔγωγε θαυμάσια ἔπαθον παραγενόμενος. οὔτε γὰρ ὡς θανάτῳ παρόντα με ἀνδρὸς ἐπιτηδείου ἔλεος εἰσῄει · εὐδαίμων γάρ μοι ἁνὴρ ἐφαίνετο, ὦ Ἐχέκρατες, καὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν λόγων, ὡς ἀδεῶς καὶ γενναίως ἐτελεύτα, ὥστε μοι…
Plato, Phaedo
-
…τί οὖν πρέπει ἀνδρὶ πένητι εὐεργέτῃ δεομένῳ ἄγειν σχολὴν ἐπὶ τῇ ὑμετέρᾳ παρακελεύσει ; οὐκ ἔσθʼ ὅτι μᾶλλον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρέπει οὕτως ὡς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα ἐν πρυτανείῳ σιτεῖσθαι, πολύ γε μᾶλλον ἢ εἴ τις ὑμῶν ἵππῳ…
Plato, Apology
-
…πολιτικῶν πρὸς ὃν ἐγὼ σκοπῶν τοιοῦτόν τι ἔπαθον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ διαλεγόμενος αὐτῷ ἔδοξέ μοι οὗτος ὁ ἀνὴρ δοκεῖν μὲν εἶναι σοφὸς ἄλλοις τε πολλοῖς ἀνθρώποις καὶ μάλιστα ἑαυτῷ, εἶναι δʼ οὔ · κἄπειτα ἐπειρώμην αὐτῷ δεικνύναι…
Plato, Apology
-
…ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνὶ ἀπαλλαγῆναι · ἄλλοι δὲ ἄρα αὐτὰς οἴσουσι ῥᾳδίως ; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλὸς οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καὶ ἐξελαυνομένῳ ζῆν…
Plato, Apology