ἀνήριθμος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀνήριθμος, v. ἀνάριθμος. ἀνήριθμος v. ἀνάριθμος. ἀν·ήριθμος, v. ἀνάριθμος. ἀνήριθμος -ον zie ἀνάριθμος. ἀνήριθμος, unzählig, poet. und ion. = ἀνάριθμος, Aesch. Prom. 90 ; Soph. Tr. 246 ; τινός, Aj. 598.