Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔγκλινος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκληματικός
ἐγκληματικῶς
ἐγκλημάτιον
ἐγκλημάτισις
ἐγκληματογραφέω
ἐγκληματόομαι
ἐγκληματώδης
ἐγκλήμων
ἐγκληρονομέω
ἐγκληρόομαι
ἔγκληρος
ἐγκληρόω
ἐγκλησία
ἔγκλησις
ἐγκλησίφωνος
ἐγκλητέον
ἐγκλητέος
ἐγκλητεύσιμος
ἐγκλήτευσις
ἐγκλητικός
ἐγκλητικῶς
ἔγκλητος
ἐγκλητός
ἐγκλήτως
ἐγκλῄω
ἐγκλιδόν
ἔγκλιζε
ἔγκλιμα
ἐγκλιματικός
ἐγκλίνιος
ἔγκλινος
ἐγκλίνω
ἐγκλίς
ἔγκλισις
ἐγκλιτέον
ἐγκλιτικός
ἐγκλιτικῶς
ἐγκλοιόω
ἐγκλονέομαι
ἐγκλυδάζομαι
ἐγκλύδαξις
ἐγκλυδαστικός
ἐγκλύζω
ἔγκλυσμα
ἐγκλυστέον
ἐγκλυστρίς
ἐγκλώθω
ἐγκνήθω
ἔγκνισμα
ἐγκνώσσω
ἐγκοακίσαι
ἐγκοιλαίνω
ἐγκοιλάομαι
ἐγκοίλιος
ἔγκοιλος
ἐγκοιμάομαι
ἐγκοίμηθρον
ἐγκοίμησις
ἐγκοιμητήριος
ἐγκοιμήτριον
ἐγκοιμήτριος
…
ἔγκλινος
Save
Bailly 2024
ἔγκλινος,
ος, ον
[
ῐ
] incliné,
Sor.
Obst.
p. 163 Erm.
Étym.
ἐγκλίνω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}