ἡμερολόγιον
ἡμερολόγιον, a calendar
ἡμερο-λόγιον, τό,
- calendar, Plu. Caes. 59 (v.l. -λογεῖον):—also ἡμερο-λογικά, τά, Ptol. Phas. p.11 H.
- II -λόγιον, τό, = μέρος τι τῶν περὶ τὴν κύστιν, Hsch.
ἡμερο·λόγιον, ου (τὸ) calendrier, Plut. Cæs. 59.
Étym. cf. les préc.
ἡμερολόγιον, τό, Tageberechnung, Kalender, Plut. Caes. 59, v.l. ἡμερολογεῖον.
ἡμερολόγιον
ἡμερο-λόγιον, ου, τό,
λέγω
- a calendar, Plut.