ὀρείκτιτος
ὀρείκτιτος, dwelling in the mountains
ὀρεί-κτῐτος, ον,
- dwelling in the mountains, σῦς Pi. Fr. 313.
ὀρείκτιτος, ος, ον [τῐ] qui habite dans les montagnes, Pd. fr. 306 Bgk.
Étym. ὄρος, κτίζω.
ὀρείκτιτος, auf Bergen erbaut, s. ὀρικτίτης.
ὀρείκτιτος
- 1mountain-dwelling ὀρεικτίτου συός (τοῦ ἐν ὄρει τεθραμμένου Σ, P. 2.31c) fr. 313.