ὀρειονόμος
ὀρειονόμος, ον,
- = ὀρεινόμος, AP 6.14 (Antip. Sid.), 240 (Phil.); prob. cj. in Anaxil. 12; cf. ὀρεινόμος.
ὀρειο·νόμος, ος, ον, c. ὀρεινόμος, Anth. 6, 14.
ὀρειονόμος, = ὀρεινόμος ; θῆρες, Antip.Sid. 15 (VI.14); κάπρος, Philp. 47 (VI.240).
ὀρειονόμος
ὀρειο-νόμος, ον,
= ὀρεινόμος, Anth.