ὀρειγέννητος Save Bailly 2024 Pape ὀρει·γέννητος, ος, ον, c. le préc. Lgs 1, 15. Étym. ὄρος, γεννάω. ὀρειγέννητος, = ὀρειγενής, μόσχος, Long. 1.15.