ὀτρύνω
ὀτρύνω, to stir up, rouse, egg on, spur on, encourage
- poet. Verb, the compd. ἐπ-οτρύνω being used in Prose: (v. sub fin.):—stir up, egg on, encourage, esp. to battle, to any sudden or violent exertion, τινα Il. 5.482, 10.158, etc.; τί με σπεύδοντα καὶ αὐτὸν ὀτρύνεις; 8.294; ὄτρυνε μένος καὶ θυμὸν ἑκάστου 5.470: freq. c. inf., ὀπτῆρας . . ὄτρυνα νέεσθαι Od. 17.430; ὀ. τινὰ μάχεσθαι Il. 4.294, 414, etc.; γήμασθαι Od. 19.158, etc.; ἡμέας ὀτρύνων καταπαυέμεν 2.244: without inf., ἦ τινʼ ἑταίρων ὀτρυνέεις Τρώεσσιν ἐπίσκοπον (sc. ἰέναι); Il. 10.38; ὃν ναῶν Ἕκτωρ ὤτρυνε κατόπταν E. Rh. 558 (lyr.): with Preps., Ἑρμείαν . . νῆσον ἐς Ὠγυγίην ὀτρύνομεν (sc. ἰέναι) Od. 1.85, cf. Il. 15.59; σέ γε θυμὸς ὀ. ἐπὶ νῆας 24.289; τὸν δʼ ὀ. πόλιν εἴσω Od. 15.40; ποτὶ δῶμα 17.75; προτὶ Ἴλιον Il. 19.156; πόλινδε Od. 15.306; πόλεμόνδε Il. 2.589; ποτὶ βουθυσίαν Ἥρας Pi. N. 10.23: rarely folld. by ὡς, Ὀδυσῆα ὄτρυνʼ, ὡς ἂν πύρνα . . ἀγείροι Od. 17.362: rarely also c. dat. pers. et inf., ὤτρυνον . . θεραπόντεσσιν φυλάξαι Pi. P. 4.41:—Med. or Pass., rouse oneself, bestir oneself, hasten, c. inf., ἕπεσθαι Od. 10.425; ὀτρυνώμεθʼ ἀμυνέμεν ἀλλήλοισιν Il. 14.369, cf. Od. 17.183; ὑμεῖς δʼ ὀτρύνεσθαι . ., ὥς κʼ ἐμὲ . . ἐπιβήσετε πάτρης 7.222:—the Act. in this intr. sense is only f.l. in Il. 7.420.
- 2 less freq. of animals, urge on, cheer on, οὐρῆας 23.111; ἵππους τε καὶ ἀνέρας 16.167, etc.; κύνας 18.584.
- 3 of things, urge forward, quicken, speed, πομπὴν ὀτρύνετε Od. 7.151, cf. 8.30; τούτῳ δʼ ὀτρυνέει Μέντωρ ὁδόν 2.253; ἀγγελίην ὀτρύνομεν 16.355; μάχην ὤτρυνον Ἀχαιῶν Il. 12.277; βοὰν ὤτρυνε λαῶν roused the shouts of the people, B. 8.35 (s. v.l.).—Ep. Verb, used now and then by Trag., in lyr., A. Th. 726, E. Rh. 25, 558: in trim., S. Aj. 60, 771, El. 28, E. Alc. 755: rare even in later Prose, Arist. Mu. 399b11. (Prob. ὀ-τρῠ-ν-yω, with ὀ- prefix (as in ὀ-κέλλω) ; -τρῠ- perh. cogn. with Skt. tvárate ‘hasten’.)
1. act. aansporen, opwekken, met acc.:
2. med. zich haasten, zich beijveren, met inf.
3 pl. pa. iterative ὀτρύνεσκον Il. 24.24.
Fut. ὀτρυνέω Il. 10.55.
2 sing. ὀτρυνέεις Il. 10.38.
3 sing. ὀτ ρυνέει Od. 2.253.
Pple. ὀτρυνέων Il. 13.209 : Od. 24.116.
Fem. ὀτρυνέουσα Od. 15.3, Od. 18.186, Od. 22.434, 496.
Aor. ὄτρυνα Od. 14.261, Od. 17.430.
3 sing. ὤτρυνε (ὄτρυνε) Il. 3.249, Il. 4.73, Il. 5.461, Il. 8.398, Il. 11.185, Il. 13.44, Il. 15.560, Il. 23.111, Il. 24.143, etc. : Od. 2.392, Od. 6.254, Od. 8.15, Od. 11.214, 226, Od. 17.362, Od. 22.241, Od. 24.487.
Subj. ὀτρύνω Il. 15.402 : Od. 9.518.
3 sing. ὀτρύνῃσι Il. 15.59 : Od. 14.374.
1 pl. ὀτρύνομεν Il. 9.165 : Od. 1.85, Od. 16.355.
3 sing. opt. ὀτρύνειε Od. 15.306.
3 pl. ὀτρύνειαν Od. 8.90.
Imp. ὄτρυνον Il. 16.495, Il. 17.654, Il. 19.69 : Od. 17.75, Od. 22.484.
Genit. sing. masc. pple. ὀτρύναντος Il. 10.356, Il. 15.744.
Infin. ὀτρῦναι Il. 8.219 : Od. 15.37, 40. (ἐπ-)
- 1
To rouse to action, urge on, stir up, set on, encourage, urge, press, incite, exhort, summon, call upon, dispatch, send, to do something or to proceed somewhither for some purpose : ὀτρύνων πόλεμόνδε Il. 2.589, πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας Il. 4.254. Cf. Il. 3.249, Il. 4.73, Il. 10.38 (to play the . . .), 356, Il. 15.59, Il. 19.349, Il. 24.143, etc. : Od. 1.85, Od. 2.74, Od. 6.254, Od. 11.226, Od. 15.37, Od. 17.75, Od. 22.241, Od. 24.405, etc.
To rouse or stir (a person’s spirit) : ὄτρυνε μένος ἑκάστου Il. 5.470. Cf. Il. 5.563, Il. 12.266, etc. : Od. 8.15.
With infin. : ἰέναι Il. 2.94, μάχεσθαι Il. 4.294, ἀνδρῶν δυσμενέων δῦναι στρατόν Il. 10.220. Cf. Il. 5.496, Il. 16.495, Il. 17.654, Il. 23.49, Il. 24.24, etc. : Od. 2.244, Od. 8.90, Od. 9.518, Od. 14.261, Od. 18.61, etc.
With fut. pple. : ἀγγελέουσαν Il. 8.398= Il. 11.185. Cf. Il. 19.156 : Od. 15.40.
- 2
To hasten on, speed, bring about : πομπήν Od. 7.151, Od. 11.357. Cf. Od. 2.253.
To send, cause to appear : εἴδωλον Od. 11.214.
To dispatch or send (a message) Od. 16.355.
- 3
To press for, urge one’s claim to, importune for : πομπήν Od. 8.30.
- 4
In mid., to rouse oneself to action, take action, to put oneself in motion, bestir oneself, set oneself, get ready, to do something : ὑμεῖς ὀτρύνεσθαι ἅμʼ ἠοῖ Od. 7.222.
With infin. : ὀτρύνοντο νέκυς ἀγέμεν Il. 7.420. Cf. Il. 14.369 : Od. 10.425, Od. 17.183.
- 1
- a rouse met., c. acc. ἀρχαῖον ὀτρύνων λόγον, ὡς N. 1.34
- b urge, prompt
- α c. acc. & inf. ἐμὲ δʼ ὦν πᾳ θυμὸς ὀτρύνει φάμεν O. 3.38 ὄτρυνον νῦν ἑταίρους, Αἰνέα, πρῶτον μὲν κελαδῆσαι O. 6.87 “καὶ ὡς τάχος ὀτρύνει με τεύχειν ναὶ πομπάν” P. 4.164 ἅρμα δʼ ὀτρύνει Χρομίου Νεμέα τʼ ἔργμασιν νικαφόροις ἐγκώμιον ζεῦξαι μέλος N. 1.7
- β c. dat. & inf. “ἦ μάν νιν ὤτρυνον θαμὰ λυσιπόνοις θεραπόντεσσιν φυλάξαι” (byz.: ὄτρυνον codd.) P. 4.41
- γ c. acc. ἀγών τοι χάλκεος δᾶμον ὀτρύνει ποτὶ βουθυσίαν Ἥρας N. 10.23
- 1to stir up, rouse, egg on, spur on, encourage, Il.; c. inf., ὀτρ. τινὰ πολεμίζειν Il.; γήμασθαι Od., etc.; inf. omitted, ἦ τινα ὀτρυνέεις ἐπίσκοπον (sc. ἰέναι); wilt thou urge one (to go) as a spy? Il.:—Mid. or Pass. to bestir oneself, hasten, Od., etc.; c. inf., ὀτρυνώμεθʼ ἀμυνέμεν ἀλλήλοισιν Il.
- 2of thing, to urge forward, quicken, speed, Hom., etc.
-
…δύω καὶ οἶνον ἐΰφρονα καρπὸν ἀρούρης ἀσκῷ ἐν αἰγείῳ · φέρε δὲ κρητῆρα φαεινὸν κῆρυξ Ἰδαῖος ἠδὲ χρύσεια κύπελλα · ὄτρυνεν δὲ γέροντα παριστάμενος ἐπέεσσιν · ὄρσεο Λαομεδοντιάδη, καλέουσιν ἄριστοι Τρώων θʼ ἱπποδάμων καὶ Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων ἐς πεδίον καταβῆναι ἵνʼ…
Homer, Iliad
-
…οὐκ εἴσειμι μετʼ ἀνέρας · αἰδέομαι γάρ. ὣς ἄρʼ ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι. ἔνθʼ αὖτʼ ἄλλʼ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη · κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον ἔχευεν, εὗδε δʼ ἀνακλινθεῖσα…
Homer, Odyssey
-
…Αἴας εἶπε βοὴν ἀγαθὸν Μενέλαον · σκέπτεο νῦν Μενέλαε διοτρεφὲς αἴ κεν ἴδηαι ζωὸν ἔτʼ Ἀντίλοχον μεγαθύμου Νέστορος υἱόν, ὄτρυνον δʼ Ἀχιλῆϊ δαΐφρονι θᾶσσον ἰόντα εἰπεῖν ὅττι ῥά οἱ πολὺ φίλτατος ὤλεθʼ ἑταῖρος. ὣς ἔφατʼ, οὐδʼ ἀπίθησε βοὴν…
Homer, Iliad
-
…οὐκ ἠναίνετο φρουρὰ πλέον καίουσα τῶν εἰρημένων · λίμνην δʼ ὑπὲρ Γοργῶπιν ἔσκηψεν φάος · ὄρος τʼ ἐπʼ Αἰγίπλαγκτον ἐξικνούμενον ὤτρυνε θεσμὸν μὴ χρονίζεσθαι πυρός. πέμπουσι δʼ ἀνδαίοντες ἀφθόνῳ μένει φλογὸς μέγαν πώγωνα, καὶ Σαρωνικοῦ πορθμοῦ κάτοπτον πρῶνʼ ὑπερβάλλειν…
Aeschylus, Agamemnon
-
…, ὃν ἀργυρότοξος ἔγειρεν Ἄρης τε βροτολοιγὸς Ἔρις τʼ ἄμοτον μεμαυῖα. τοὺς δʼ Αἴαντε δύω καὶ Ὀδυσσεὺς καὶ Διομήδης ὄτρυνον Δαναοὺς πολεμιζέμεν · οἳ δὲ καὶ αὐτοὶ οὔτε βίας Τρώων ὑπεδείδισαν οὔτε ἰωκάς, ἀλλʼ ἔμενον νεφέλῃσιν ἐοικότες ἅς τε…
Homer, Iliad
-
…μαχέσθω. τὸν δʼ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς · μὴ δʼ οὕτως, ἀγαθός περ ἐών, θεοείκελʼ Ἀχιλλεῦ νήστιας ὄτρυνε προτὶ Ἴλιον υἷας Ἀχαιῶν Τρωσὶ μαχησομένους, ἐπεὶ οὐκ ὀλίγον χρόνον ἔσται φύλοπις, εὖτʼ ἂν πρῶτον ὁμιλήσωσι φάλαγγες ἀνδρῶν…
Homer, Iliad
-
…. τὼ μὲν ἀναρρήξαντε βοὸς μεγάλοιο βοείην ἔγκατα καὶ μέλαν αἷμα λαφύσσετον · οἳ δὲ νομῆες αὔτως ἐνδίεσαν ταχέας κύνας ὀτρύνοντες. οἳ δʼ ἤτοι δακέειν μὲν ἀπετρωπῶντο λεόντων, ἱστάμενοι δὲ μάλʼ ἐγγὺς ὑλάκτεον ἔκ τʼ ἀλέοντο. ἐν δὲ…
Homer, Iliad
-
…τε νῆες ἐύσσελμοι φορέουσι. στῆσε δʼ ἐπʼ ἐσχατιῇ λιμένος, περὶ δʼ ἐσθλοὶ ἑταῖροι ἁθρόοι ἠγερέθοντο · θεὰ δʼ ὤτρυνεν ἕκαστον. ἔνθʼ αὖτʼ ἄλλʼ ἐνόησε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη. βῆ ἰέναι πρὸς δώματʼ Ὀδυσσῆος θείοιο · ἔνθα μνηστήρεσσιν…
Homer, Odyssey
-
…ἀλλʼ ἴθι οἱ νέκτάρ τε καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινὴν στάξον ἐνὶ στήθεσσʼ, ἵνα μή μιν λιμὸς ἵκηται. ὣς εἰπὼν ὄτρυνε πάρος μεμαυῖαν Ἀθήνην · ἣ δʼ ἅρπῃ ἐϊκυῖα τανυπτέρυγι λιγυφώνῳ οὐρανοῦ ἐκκατεπᾶλτο διʼ αἰθέρος. αὐτὰρ Ἀχαιοὶ αὐτίκα θωρήσσοντο κατὰ…
Homer, Iliad
-
…ἶσος ὀξὺ κατʼ ἀκροτάτης πόλιος Τρώεσσι κελεύων, ἄλλοτε πὰρ Σιμόεντι θέων ἐπὶ Καλλικολώνῃ. ὣς τοὺς ἀμφοτέρους μάκαρες θεοὶ ὀτρύνοντες σύμβαλον, ἐν δʼ αὐτοῖς ἔριδα ῥήγνυντο βαρεῖαν · δεινὸν δὲ βρόντησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε ὑψόθεν · αὐτὰρ…
Homer, Iliad