ὑλοφορέω
ὑλοφορέω, carry or gather wood
ὑλο-φορέω,
- carry or gather wood, Ph. 2.86; ὑληφορέω, Phryn. PS p.116B.
ὑλοφορέω-ῶ [ῠ] porter du bois, Phil. 286.
Étym. ὑλοφόρος.
ὑλοφορέω, Holz tragen, Sp.