ὑλοχαρέω Save LSJ Bailly 2024 ὑλο-χᾰρέω, (χαίρω) = ὑλομανέω, Aq. (?) Is. 35.2. ὑλο·χαρέω-ῶ, c. ὑλομανέω, Aqu. Esai. 35, 2.