About
Menu

ὑλῷος

ὑλῷος, material

ὑλ-ῷος, α, ον,
  • material, ὑλῷοι λέγονται οἱ τήνδε τὴν ὕλην ἐζάπτοντες τῆς τῶν οὐρανίων Olymp. in Alc. p.19 C. (=Orph. Fr. 353).

Saved

Recent